Η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό του 2027 στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις δημοσιονομικές προκλήσεις της Γαλλίας, με τις αγορές να παρακολουθούν στενά.
Την ώρα που οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων αυξάνονται και οι επενδυτές εμφανίζονται ολοένα πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις ευρωπαϊκές οικονομίες με υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, η πολιτική αβεβαιότητα εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027 δυσκολεύει την προσπάθεια για μια αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της γαλλικής στατιστικής υπηρεσίας INSEE, στο τέλος Ιουνίου 2026 το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ανερχόταν σε 3,596 τρισ. ευρώ, δηλαδή στο 119% του ΑΕΠ.
Επιστολή του Λεκορνί στους Σοσιαλιστές
Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη περιορισμού του ελλείμματος και στις πιέσεις για διατήρηση ή αύξηση των δημόσιων δαπανών. Οι αντιπαραθέσεις γύρω από τον προϋπολογισμό αφορούν πλέον και το μήνυμα που εκπέμπει η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης προς τους επενδυτές.
Σε επιστολή που απηύθυνε στην κοινοβουλευτική ομάδα των Σοσιαλιστών στην Εθνοσυνέλευση, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί «προτείνει να οργανωθούν οι συζητήσεις τους γύρω από τρία βασικά θέματα»: την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και την προστασία των παιδιών, τη γεωργία, καθώς και «τη νεολαία και το μέλλον της εκπαίδευσης».
Τρεις τομείς «στους οποίους γνωρίζω ότι θα καταφέρουμε να βρούμε συμβιβασμούς», δήλωσε ο αρχηγός της κυβέρνησης, υπενθυμίζοντας παράλληλα την «προσήλωσή» του στον «στόχο της μείωσης του δημόσιου ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ έως το 2027».
Η άνοδος των αποδόσεων στέλνει μήνυμα ανησυχίας
Σε δημοσίευμά του, το Bloomberg επισημαίνει ότι οι γαλλικές δημόσιες οικονομικές υποθέσεις βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο της προσοχής των επενδυτών, την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκρατήσει το έλλειμμα.
Ένας από τους βασικούς δείκτες που παρακολουθούν οι αγορές είναι η διαφορά μεταξύ της απόδοσης των δεκαετών γαλλικών κρατικών ομολόγων και εκείνης των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων, οι οποίοι θεωρούνται ασφαλέστερο σημείο αναφοράς στην ευρωζώνη.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το πρόσθετο επιτόκιο που απαιτούν οι επενδυτές για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα αντί γερμανικών έχει αυξηθεί τους τελευταίους μήνες, ενώ το σχετικό περιθώριο έφθασε πρόσφατα στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στη δημοσιονομική πορεία της Γαλλίας. Όταν οι αγορές θεωρούν ότι αυξάνεται ο κίνδυνος για τα δημόσια οικονομικά μιας χώρας, ζητούν υψηλότερη απόδοση για να τη χρηματοδοτήσουν. Αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο επιβαρύνεται σταδιακά με υψηλότερο κόστος όταν εκδίδει νέα ομόλογα ή αναχρηματοδοτεί παλαιότερες υποχρεώσεις.
Η επιβάρυνση αυτή μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια για άλλες δημόσιες δαπάνες, καθώς μεγαλύτερο μέρος των κρατικών πόρων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους.
Παράλληλα, η ανάγκη για περικοπές ή πρόσθετα φορολογικά έσοδα μπορεί να προκαλέσει πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, δυσκολεύοντας την προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής. Η Γαλλία βιώνει το τελευταίο διάστημα την κοινωνική ένταση, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις κινητοποιήσεις των μαθητών.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το ύψος του χρέους, αλλά και την αξιοπιστία του σχεδίου με το οποίο η κυβέρνηση σκοπεύει να περιορίσει το έλλειμμα. Οι επενδυτές αναζητούν ενδείξεις ότι η Γαλλία μπορεί να διατηρήσει τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών της, χωρίς να οδηγηθεί σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια.
Γιατί οι γαλλικές τράπεζες δεν κινδυνεύουν ακόμα
Παρά την πίεση στις αγορές ομολόγων, η γαλλική εποπτική αρχή του χρηματοπιστωτικού συστήματος εμφανίζεται καθησυχαστική όσον αφορά τις επιπτώσεις στις τράπεζες.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η Γαλλική Αρχή Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης (ACPR) εκτιμά ότι η έκθεση του τραπεζικού τομέα στο δημόσιο χρέος της χώρας παραμένει περιορισμένη και δεν δημιουργεί κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
«Είμαστε αρκετά καθησυχασμένοι όσον αφορά τον αντίκτυπο που έχουν στις τράπεζες οι πρόσφατες εξελίξεις στα περιθώρια αποδόσεων», δήλωσε την Τρίτη, σε συνέντευξη Τύπου στο Παρίσι, η Εμανουέλ Ασουάν, γενική γραμματέας της ACPR. Όπως εξήγησε, η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην περιορισμένη και διαφοροποιημένη έκθεση των γαλλικών τραπεζών στα κρατικά ομόλογα της χώρας.
Σύμφωνα με έκθεση της ACPR που δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα και την οποία επικαλείται το Bloomberg, οι γαλλικές τράπεζες είχαν στην κατοχή τους το 2025 εγχώρια κρατικά ομόλογα αξίας περίπου 190 δισ. ευρώ. Το ποσό αντιστοιχούσε στο 24% του συνόλου των κρατικών τίτλων που κατείχαν και μόλις στο 2% του συνολικού ενεργητικού τους.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται από εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, όπου η στενή σύνδεση μεταξύ τραπεζών και κρατικού χρέους είχε βρεθεί στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης. Στη Γαλλία, σύμφωνα με το Bloomberg, περισσότερο από το ήμισυ του δημόσιου χρέους βρίσκεται στα χέρια διεθνών επενδυτών.
Η εποπτική αρχή δεν αποκλείει, ωστόσο, έμμεσες επιπτώσεις εάν επιδεινωθεί η πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας. Μια αρνητική αξιολόγηση του κράτους θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις και στις αξιολογήσεις των τραπεζών και των ομολόγων τους.
Ο προϋπολογισμός του 2027 και η δύσκολη μάχη για το έλλειμμα
Η προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματος βρίσκεται στο επίκεντρο του προϋπολογισμού του 2027, η συζήτηση του οποίου άρχισε στην Εθνοσυνέλευση σήμερα Τρίτη 13 Οκτωβρίου. Όπως αναφέρει η γαλλική εφημερίδα «Le Monde», το νομοσχέδιο εισέρχεται στη διαδικασία εξέτασης στην Ολομέλεια έχοντας ήδη απορριφθεί με μεγάλη πλειοψηφία στην επιτροπή Οικονομικών στις 9 Οκτωβρίου.
Μόνο για το πρώτο μέρος του σχεδίου, που αφορά τα έσοδα, είχαν κατατεθεί 3.851 τροπολογίες, γεγονός που αποτυπώνει τις μεγάλες διαφωνίες για τη φορολογία και τη δημοσιονομική πολιτική.
Η αντιπαράθεση διεξάγεται σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό περιβάλλον, καθώς τα κόμματα προετοιμάζονται για τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Σύμφωνα με τη Monde, το Σοσιαλιστικό Κόμμα προτείνει ένα εναλλακτικό δημοσιονομικό σχέδιο που προβλέπει πρόσθετα έσοδα 39,5 δισ. ευρώ, μεταξύ άλλων μέσω του λεγόμενου φόρου Ζουκμάν. Πρόκειται για ελάχιστο ετήσιο φόρο 2% στην φορολογητέα περιουσία άνω των 100 εκατ. ευρώ. Η πρόταση περιλαμβάνει επίσης προοδευτική εισφορά κοινωνικής ασφάλισης (CSG), με στόχο ο καθαρός μηνιαίος κατώτατος μισθός να προσεγγίσει τα 1.700 ευρώ, από 1.477,93 ευρώ σήμερα.
Από την πλευρά της γκωλικής δεξιάς, ο Λοράν Βοκιέ προωθεί πρόσθετες περικοπές δαπανών ύψους 20 δισ. ευρώ και την κατάργηση 50.000 θέσεων εργασίας στο Δημόσιο.
Η Μαρίν Λεπέν, από την πλευρά της, έχει παρουσιάσει σχέδιο εξοικονόμησης 140 δισ. ευρώ έως το 2032, το οποίο, σύμφωνα με τη Monde, έχει προκαλέσει επικρίσεις από οικονομολόγους ως προς την αξιοπιστία του.
Η Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) του Ζαν-Λικ Μελανσόν επιδιώκει να αξιοποιήσει τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό στην Εθνοσυνέλευση, προκειμένου να προβάλει τις προγραμματικές της θέσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Ο Ερίκ Κοκερέλ, πρόεδρος της επιτροπής Οικονομικών της Εθνοσυνέλευσης, ξεκαθάρισε ότι το κόμμα δεν θα καταθέσει πρόταση μομφής εξαρχής, αλλά θα προχωρήσει σε αυτήν εάν η κυβέρνηση χρησιμοποιήσει το άρθρο 49.3 του Συντάγματος για να εγκρίνει τον προϋπολογισμό χωρίς ψηφοφορία ή καταφύγει σε διατάγματα.
Οι αγορές ανησυχούν για την ανάπτυξη και την πολιτική αστάθεια
Οι ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, στο οποίο η επιβράδυνση της ανάπτυξης και τα υψηλά ελλείμματα δυσκολεύουν τη δημοσιονομική διαχείριση.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο Τζον Γκρέι, πρόεδρος του παγκόσμιου επενδυτικού κολοσσού της Blackstone, προειδοποίησε την Τρίτη ότι ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, «βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν λογαριασμό που πρέπει πλέον να πληρωθεί», αναφερόμενος στην ασθενέστερη ανάπτυξη και στα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η προειδοποίηση αναδεικνύει το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις όταν καλούνται να μειώσουν τα ελλείμματα σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να διευκολύνει την αύξηση των εσόδων και τη σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους.
Όπως επισημαίνει το ίδιο δημοσίευμα οι επενδυτές παρακολουθούν τις δημοσκοπήσεις, καθώς πρόσφατες μετρήσεις υποδεικνύουν ότι στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών θα μπορούσαν να αναμετρηθούν η επικεφαλής της γαλλικής ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν και ο ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Το βασικό ερώτημα για τη γαλλική οικονομία είναι εάν η κυβέρνηση θα καταφέρει να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο σχέδιο περιορισμού του ελλείμματος, το οποίο θα γίνει αποδεκτό τόσο από τις αγορές όσο και από την πολιτική πλειοψηφία που απαιτείται για την εφαρμογή του, πράγμα μάλλον απίθανο.
Η πραγματικότητα είναι ότι η πορεία της γαλλικής οικονομίας περνάει μέσα από μια τεταμένη προεκλογική περίοδο για τη δεύτερη ισχυρότερη οικονομία στην Ευρωζώνη και η πολιτική και κοινωνική πόλωση αποτελούν δυσάρεστη συνθήκη για τον κόσμο της αγοράς.