Μόνο μέσα στο 2025, οι 500 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο πρόσθεσαν συλλογικά 2,2 τρισ. δολάρια στην περιουσία τους, σύμφωνα με τη συνολική εικόνα που σκιαγραφείται στο σχετικό ρεπορτάζ του Forbes.
Η παγκόσμια οικονομία έχει πάντα τους «πρωταγωνιστές» της, αλλά σπανίως κοιτάζει κανείς τόσο καθαρά την πραγματική της αρχιτεκτονική: όχι απλώς δισεκατομμυριούχοι ως άτομα, αλλά οικογένειες ως διαχρονικές μηχανές πλούτου. Σε μια περίοδο όπου οι αγορές δείχνουν να ανταμείβουν ξανά τους μεγάλους παίκτες –παρά τους δασμούς, τις αναταράξεις και τα σύντομα «πανικά»– ο πλούτος συγκεντρώνεται εντυπωσιακά.
Μόνο μέσα στο 2025, οι 500 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο πρόσθεσαν συλλογικά 2,2 τρισ. δολάρια στην περιουσία τους, σύμφωνα με τη συνολική εικόνα που σκιαγραφείται στο σχετικό ρεπορτάζ του Forbes. Και αν ένα επεισόδιο του τηλεοπτικού δράματος Industry ή του λίγο παλιότερου Succession μπορεί να σατιρίζει έναν εύθραυστο κληρονόμο που «διαλύεται» στην έπαυλη της οικογένειας, η πραγματικότητα των υπερ-πλούσιων δυναστειών είναι πολύ πιο μεγαλειώδης και πολύ πιο ανθεκτική από κάθε μυθοπλασία.
Ποιοι μπαίνουν στη λίστα και ποιοι μένουν έξω
Η κατάταξη που εξετάζουμε εδώ επικεντρώνεται σε οικογένειες των οποίων ο πλούτος είναι ήδη διαγενεακός: έχει δηλαδή περάσει ή περνά συστηματικά από γενιά σε γενιά, με δομές διακυβέρνησης, συμμετοχές, κληρονομικές ρυθμίσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κρατικές-μοναρχικές βάσεις ισχύος. Γι’ αυτό και αποκλείονται οικογένειες όπου ο πλούτος παραμένει ακόμα «προσωπικός» και δεν έχει μεταβιβαστεί (χαρακτηριστικά αναφέρεται το παράδειγμα του CEO της Meta, Μαρκ Ζούκερμπεργκ). Το κριτήριο αυτό έχει σημασία: η Silicon Valley δημιούργησε μια νέα τάξη υπερ-πλούσιων, αλλά πολλοί από τους εμβληματικούς εκπροσώπους της είναι ακόμα εν ζωή και η μεγάλη ανακατάταξη θα φανεί όταν περιουσίες περάσουν οργανωμένα στους κληρονόμους, όπως συμβαίνει ήδη στις παλιές δυναστείες.
Walton: η κληρονομιά του Walmart
Στην κορυφή βρίσκεται η οικογένεια Walton με περιουσία 513,4 δισ. δολάρια. Η ιστορία ξεκινά το 1962, όταν ο Σαμ Γουόλτον άνοιξε το πρώτο κατάστημα discount στο Μπέντονβιλ του Άρκανσο. Το μοντέλο ήταν απλό και σκληρά αποτελεσματικό: αγορά φθηνών προϊόντων και πώληση ακόμα φθηνότερα από τον ανταγωνισμό, μέχρι να χτιστεί μια αυτοκρατορία λιανικής. Σήμερα, η Walmart λειτουργεί πάνω από 10.500 καταστήματα σε 19 χώρες.
Η τρέχουσα ισχύς της οικογένειας αποτυπώνεται και στο ότι τρία μέλη (Τζιμ, Ρομπ και Άλις) εμφανίζονται με αποτιμήσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων έκαστος, πλούτος που «πηγάζει» κυρίως από μετοχές που τους μεταβίβασε ο πατέρας τους. Ενδιαφέρον πολιτικό υποσημείωμα: η Κρίστι Γουόλτον, μία από τις κληρονόμους, προκάλεσε συζητήσεις όταν φέρεται να προώθησε πανεθνική διαμαρτυρία κατά του προέδρου Τραμπ μέσω ολοσέλιδης καταχώρισης στους New York Times (Ιούνιος 2025), σε μια συγκυρία όπου αρκετοί υπερ-πλούσιοι επιδιώκουν μάλλον «καλές σχέσεις» με την εξουσία.
Ο πλούτος ως κράτος: al-Nahyan, Al-Saud, al-Thani
Αμέσως μετά, η οικογένεια al-Nahyan των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων καταγράφεται στα 335,9 δισ. δολάρια, δείχνοντας πώς η κληρονομική μοναρχία και ο φυσικός πόρος μπορούν να μετατραπούν σε παγκόσμια επενδυτική δύναμη. Το πετρέλαιο από τη δεκαετία του 1960 άλλαξε ριζικά τα Εμιράτα, ενώ το κρατικό επενδυτικό όχημα Abu Dhabi Investment Authority (ADIA) εμφανίζεται ως εργαλείο «πολλαπλασιασμού» πλούτου. Ενδεικτική είναι η αναφορά σε συμμετοχή σε επένδυση που συνδέεται με τα παρκόμετρα του Σικάγο, με έσοδα που, σύμφωνα με το κείμενο, φτάνουν πάνω από 150 εκατ. δολάρια ετησίως για την επενδυτική κοινοπραξία.
Η δυναστεία Al-Saud της Σαουδικής Αραβίας αποτιμάται στα 213,6 δισ. δολάρια και αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «οικογένειας-κράτους», αφού η χώρα φέρει το όνομά της. Η πραγματική αποτίμηση παραμένει δύσκολη, καθώς η ευρύτερη οικογένεια μπορεί να φτάνει –σύμφωνα με την ίδια αφήγηση– έως και 15.000 μέλη. Το πετρέλαιο είναι ο πυρήνας της ισχύος, όμως το ενδιαφέρον εδώ είναι η εξάπλωση σε άλλους τομείς: το 2025 γίνεται λόγος για εντονότερη εμπλοκή μέσω του sovereign wealth fund και σε μεγάλα deals της κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Η οικογένεια al-Thani του Κατάρ, με 199,5 δισ. δολάρια, παρουσιάζεται ως άλλη μία δυναστεία που μετέτρεψε το φυσικό αέριο/ενέργεια σε διεθνές brand και σε πολυσχιδές χαρτοφυλάκιο. Η «επένδυση ως διπλωματία» είναι βασικό μοτίβο, ενώ το κείμενο παραθέτει και τις υπερπολυτελείς προτιμήσεις, όπως τη θαλαμηγό Katara που αποτιμάται στα 400 εκατ. δολάρια. Προστίθεται και η εντυπωσιακή αναφορά ότι το Κατάρ «δώρισε» στις ΗΠΑ αεροσκάφος αξίας 200 εκατ. δολαρίων (Μάιος 2025), το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί ως Air Force One.
Πολυτέλεια με σφραγίδα κληρονομιάς
Στην «ευρωπαϊκή» εκδοχή της οικογενειακής ισχύος, η πολυτέλεια λειτουργεί ως ισχυρό, ανθεκτικό asset. Η οικογένεια Hermès αποτιμάται στα 184,5 δισ. δολάρια: ένας οίκος που ξεκίνησε το 1837 από τον Τιερί Ερμές, με ένα εργαστήριο δερμάτινων στο Παρίσι, και επέζησε πολέμων, αλλαγών καθεστώτων και παγκοσμιοποίησης. Το κείμενο συνδέει την πορεία του 2025 με αυξήσεις τιμών στις ΗΠΑ ώστε να «περάσει» το κόστος δασμών στους πελάτες, ενώ καταγράφει και χρηματιστηριακή νευρικότητα όταν ο Τραμπ απείλησε με νέους δασμούς προς χώρες της ΕΕ στις αρχές Ιανουαρίου 2026.
Η οικογένεια Bettencourt Meyers (L’Oréal) αναφέρεται στα 93,8 δισ. δολάρια, με την Φρανσουάζ Μπετανκούρ Μεγιέρ να εμφανίζεται ως η πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο και κεντρική φιγούρα στη διατήρηση της οικογενειακής περιουσίας μέσω ρόλων στο Δ.Σ. και στη holding Téthys Invest. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: η ίδια εμφανίζεται να έχει έντονη προσωπική ζωή μακριά από τα φώτα, ενώ το 2025 ο γιος της Ζαν-Βικτόρ διαδέχθηκε τη μητέρα του ως αντιπρόεδρος στο Δ.Σ. της L’Oréal.
Οι Wertheimer (Chanel) κλείνουν τη δεκάδα με 85,6 δισ. δολάρια, με ιστορικό σημείο εκκίνησης τη συμφωνία του 1925 με την Κοκό Σανέλ για τη δημιουργία της Société des Parfums Chanel. Παράλληλα, η οικογένεια εμφανίζεται να επενδύει σε premium οινικές κτήσεις, από την Προβηγκία μέχρι τη Νάπα Βάλεϊ.
Η πολιτική σκιά πάνω από τον πλούτο
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά νήματα που διατρέχουν το κείμενο είναι ότι ο νέος κύκλος της διακυβέρνησης Τραμπ –παρά τα «στραβοπατήματα» δασμών– λειτούργησε ως ευνοϊκό περιβάλλον για τις κορυφές της πυραμίδας. Το βλέπουμε τόσο στη χρηματιστηριακή δυναμική όσο και σε συγκεκριμένες τριβές: οι Koch, για παράδειγμα (αναφέρονται στα 150,5 δισ. δολάρια) εμφανίζονται να χρηματοδοτούν πολιτικές πρωτοβουλίες και, μέσω συνδεδεμένων οργανισμών, να αμφισβητούν νομικά το νέο καθεστώς δασμών. Ταυτόχρονα, οικογένειες-μοναρχίες του Κόλπου παρουσιάζονται να ενισχύουν διεθνείς σχέσεις και επιχειρηματικές συμφωνίες, δείχνοντας ότι ο πλούτος δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος αλλά και γεωπολιτικό εργαλείο.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι ότι ο υπερ-πλούτος, όταν γίνεται οικογενειακός θεσμός, αποκτά αντοχές που θυμίζουν κράτος ή πολυεθνική αυτοκρατορία. Δεν εξαρτάται από μια επιτυχία ή μια αποτυχία ενός προσώπου – όπως ο μυθοπλαστικός Σερ Χένρι Μάκ στο Industry – αλλά από ένα πλέγμα συμμετοχών, κληρονομιών, συμβόλων και πολιτικών διασυνδέσεων. Και αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο: οι πλουσιότερες οικογένειες του κόσμου δεν «ζουν απλώς πλουσιοπάροχα». Οργανώνουν, αναπαράγουν και επεκτείνουν την ισχύ τους σε βάθος χρόνου.