Η αυξανόμενη κατανάλωση των data centers, η ταχεία ανάπτυξη της αποθήκευσης και η μετατόπιση των αιχμών της ζήτησης προς τις βραδινές ώρες συνθέτουν μια νέα εικόνα για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα έως το 2036. Το νέο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2027-2036 του ΑΔΜΗΕ αποτυπώνει πιο καθαρά τις αλλαγές που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, καθώς το Σύστημα καλείται να εξυπηρετήσει υψηλότερα και διαφορετικής μορφής φορτία, την ίδια ώρα που η μεγάλη διείσδυση φωτοβολταϊκών αυξάνει την ανάγκη για αποθήκευση και μεγαλύτερη ευελιξία.
Για πρώτη φορά, μάλιστα,τα data centers εντάσσονται ρητά στις παραμέτρους που λαμβάνει υπόψη ο Διαχειριστής για την εξέλιξη της ζήτησης. Η προσθήκη τους δεν ανατρέπει τις βασικές εκτιμήσεις σε σχέση με το προηγούμενο δεκαετές πρόγραμμα, αποτελεί όμως σαφή ένδειξη ότι οι νέες μεγάλες καταναλώσεις αρχίζουν πλέον να αποκτούν μετρήσιμο αποτύπωμα στον ενεργειακό σχεδιασμό.
Η καθαρή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, μαζί με το τμήμα της κατανάλωσης που εξυπηρετείται απευθείας σε επίπεδο Διανομής από τη διεσπαρμένη παραγωγή, διαμορφώθηκε κοντά στις 50 TWh το 2025. Για το 2026 το σενάριο του ΑΔΜΗΕ προβλέπει αισθητή άνοδο, στην περιοχή των 56-57 TWh, με την ανοδική πορεία να συνεχίζεται στα επόμενα χρόνια και τη συνολική ζήτηση να προσεγγίζει τις 65 TWh το 2036.
Τα data centers μπαίνουν στην εξίσωση της ζήτησης
Το σενάριο του ΑΔΜΗΕ αποτελεί παραλλαγή εκείνου του ΕΣΕΚ. Διατηρεί τις βασικές παραδοχές για την εξέλιξη της «τυπικής» κατανάλωσης, υιοθετεί όμως πιο συγκρατημένο ρυθμό εξηλεκτρισμού σε τομείς όπως οι μεταφορές και η θέρμανση και ψύξη, καθώς και χρονική υστέρηση στην ανάπτυξη παραγωγής υδρογόνου και συνθετικών καυσίμων.
Στον αντίποδα, προσθέτει πλέον την πρόσθετη κατανάλωση από τα data centers που αναμένεται να αναπτυχθούν τα επόμενα χρόνια. Πρόκειται για φορτία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Διαχειριστή, καθώς οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις χαρακτηρίζονται από υψηλή και σχετικά σταθερή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας την ανάγκη επάρκειας ισχύος και δικτύων σε περιοχές όπου συγκεντρώνονται οι σχετικές επενδύσεις.
Στις προβλέψεις ενσωματώνεται σταδιακά και η ζήτηση των νησιών που συνδέονται με το ηπειρωτικό Σύστημα. Από το 2027 προστίθεται η εκτιμώμενη κατανάλωση των Νοτίων και Δυτικών Κυκλάδων, στο πλαίσιο της Δ΄ Φάσης της διασύνδεσης των Κυκλάδων, ενώ από το 2031 συνυπολογίζεται η ζήτηση των προς διασύνδεση Δωδεκανήσων και νησιών του Βορείου Αιγαίου.
Η εικόνα της πραγματικής κατανάλωσης γίνεται, πάντως, πιο σύνθετη εξαιτίας της ισχυρής ανάπτυξης της διεσπαρμένης παραγωγής. Τα φωτοβολταϊκά που συνδέονται απευθείας στη χαμηλή και μέση τάση καλύπτουν μέρος της ζήτησης τοπικά, περιορίζοντας το φορτίο που καταγράφεται στο όριο μεταξύ του Συστήματος Μεταφοράς και του Δικτύου Διανομής. Έτσι, η εξέλιξη του φορτίου που «βλέπει» ο ΑΔΜΗΕ δεν ακολουθεί πάντοτε με τον ίδιο τρόπο τη συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα.
Η νέα πρόκληση των βραδινών αιχμών
Ακόμη πιο δύσκολη από την πρόβλεψη της συνολικής ζήτησης είναι η εκτίμηση της μέγιστης ισχύος που θα κληθεί να εξυπηρετήσει το Σύστημα. Οι αιχμές παραμένουν στενά συνδεδεμένες με τις καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα με τη θερμοκρασία, τόσο το καλοκαίρι όσο και τον χειμώνα, ενώ η αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας.
Παραδοσιακά, οι υψηλότερες αιχμές εμφανίζονταν τα καλοκαιρινά μεσημέρια, όταν η χρήση κλιματιστικών οδηγούσε απότομα προς τα πάνω τη ζήτηση. Η εξάπλωση των φωτοβολταϊκών έχει όμως αλλάξει σταδιακά αυτή την καμπύλη. Τις μεσημβρινές ώρες η ηλιακή παραγωγή καλύπτει πλέον σημαντικό μέρος της κατανάλωσης, ενώ μετά τη δύση του ηλίου η παραγωγή αυτή αποσύρεται σχεδόν ταυτόχρονα από το Σύστημα.
Το αποτέλεσμα είναι οι βραδινές αιχμές να αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος και να μην αποτελούν πλέον αποκλειστικά καλοκαιρινό φαινόμενο. Ο ΑΔΜΗΕ επισημαίνει ότι η αυξανόμενη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για θέρμανση μπορεί να οδηγήσει σε συχνότερη, ακόμη και μόνιμη, εμφάνιση των ετήσιων βραδινών αιχμών μέσα στους χειμερινούς μήνες.
Η αλλαγή έχει ήδη αποτυπωθεί στα ιστορικά στοιχεία. Μέχρι τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, οι βραδινές αιχμές εμφανίζονταν κυρίως σε ημέρες καύσωνα και παρέμεναν αισθητά χαμηλότερες από τις μεσημβρινές. Μετά το 2013 άρχισαν να καταγράφονται συχνότερα τον χειμώνα και να πλησιάζουν τη συνολική ετήσια αιχμή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το 2014, όταν η χειμερινή βραδινή αιχμή έφτασε τα 9.092 MW, ξεπερνώντας τα 8.667 MW της θερινής μεσημβρινής αιχμής.
Οι μπαταρίες αλλάζουν τον χάρτη του Συστήματος
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η αποθήκευση μετατρέπεται από συμπληρωματική τεχνολογία σε βασικό κρίκο για τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος. Η δυνατότητα των μπαταριών να απορροφούν πλεονάζουσα παραγωγή ΑΠΕ τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και να την επιστρέφουν στο Σύστημα μετά τη δύση του ηλίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσο ενισχύεται το φαινόμενο των βραδινών αιχμών.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον εμφανίζει ήδη έντονη γεωγραφική συγκέντρωση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του νέου δεκαετούς προγράμματος, περίπου το 70% των σταθμών αποθήκευσης που διαθέτουν Οριστική Προσφορά Σύνδεσης από τον ΑΔΜΗΕ βρίσκεται σε Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και Δυτική Μακεδονία.
Η Θεσσαλία προηγείται με έργα συνολικής ισχύος 479,9 MW, ακολουθεί η Στερεά Ελλάδα με 370 MW και η Δυτική Μακεδονία με 223,5 MW, ενώ στην Αττική αντιστοιχούν ακόμη 121,99 MW. Συνολικά, το χαρτοφυλάκιο έργων με Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης που καταγράφεται στο δεκαετές ανέρχεται σε περίπου 1.403 MW, με χωρητικότητα 4.439 MWh.
Η συγκεκριμένη αποτύπωση, πάντως, αποτελεί ήδη περισσότερο ένα στιγμιότυπο μιας ταχύτατα μεταβαλλόμενης αγοράς παρά την πλήρη σημερινή εικόνα. Η χορήγηση όρων σύνδεσης για έργα αποθήκευσης έχει επιταχυνθεί αισθητά, μετά και τις νομοθετικές παρεμβάσεις του ΥΠΕΝ που έδωσαν προτεραιότητα αρχικά στις συνεργατικές μπαταρίες σε κοινά σημεία σύνδεσης και στη συνέχεια στα έργα merchant που εντάσσονται στο νέο πλαίσιο ανάπτυξης.
Αντίστοιχα γρήγορα μεταβάλλεται και το χαρτοφυλάκιο των έργων που έχουν περάσει σε λειτουργία. Τα 210 MW και 505 MWh που καταγράφονται στο δεκαετές αντανακλούν εικόνα προηγούμενων μηνών, καθώς στο μεσοδιάστημα νέα έργα έχουν εισέλθει σε δοκιμαστική ή κανονική λειτουργία.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία που παρουσίασε η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, η ισχύς των μπαταριών σε λειτουργία έχει πλέον φτάσει περίπου τα 700 MW, με προοπτική να προσεγγίσει το 1 GW έως το τέλος του 2026. Ο σχεδιασμός προβλέπει περαιτέρω άνοδο στα 1,5 GW στα μέσα του 2027, στα 3-4 GW έως το τέλος του 2028 και στα 5-7 GW έως το 2030.
Η επιτάχυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τη νέα φυσιογνωμία του Συστήματος. Όσο αυξάνονται τα φωτοβολταϊκά, τα νέα μεγάλα φορτία και ο εξηλεκτρισμός της κατανάλωσης, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να μεταφέρεται ηλεκτρική ενέργεια από τις ώρες υψηλής παραγωγής στις ώρες υψηλής ζήτησης. Υπό αυτή την έννοια, data centers, αποθήκευση και βραδινές αιχμές δεν αποτελούν τρεις ξεχωριστές εξελίξεις, αλλά διαφορετικές όψεις της ίδιας μετάβασης που καλείται να διαχειριστεί το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα μέσα στην επόμενη δεκαετία.