Οικονομικοί και όχι μόνο είναι οι λόγοι για τους οποίους εκατομμύρια Τούρκοι τουρίστες επιλέγουν τα ελληνικά νησιά για τις διακοπές τους, σύμφωνα με τον Ντενίζ Ζεϊρέκ.
«Γιατί οι Τούρκοι συρρέουν στα ελληνικά νησιά;» Αυτός είναι ο τίτλος του άρθρου που υπογράφει ο έμπειρος δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής Ντενίζ Ζεϊρέκ στην εφημερίδα NEFES.
Αφού παραθέτει τα αριθμητικά στοιχεία της τουριστικής κίνησης από την Τουρκία προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου -ενδεικτικά 1,5 εκατ. Τούρκοι τουρίστες το 2025-, αναλύει μια σειρά από παράγοντες που κατά τη γνώμη του ωθούν τους Τούρκους προς την Ελλάδα.
Επισημαίνει πως μέσα στην οικονομική κρίση, η Ελλάδα φρόντισε να μειώσει τον ΦΠΑ στον τουρισμό, επενδύοντας στρατηγικά στην προσέλκυση επισκεπτών που θα έφερναν εισόδημα στις τοπικές επιχειρήσεις. Ο Τούρκος αναλυτής προχωρά σε σύγκριση κόστους συγκεκριμένων ημερών διακοπών σε Ελλάδα και Τουρκία και εξηγεί πώς το ευρώ «συμφέρει» τους Τούρκους παραθεριστές. Παράλληλα όμως στέκεται και στο θετικότερο κλίμα που επικρατεί στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τη δική του χώρα, όπου «κάποιος ξυπνά κάθε μέρα με ειδήσεις για επιχειρήσεις της Αστυνομίας, συλλήψεις και καβγάδες που δεν σταματούν ποτέ».
Ολόκληρο το άρθρο του Ντενίζ Ζεϊρέκ στη NEFES
«Γιατί οι Τούρκοι συρρέουν στα ελληνικά νησιά; Ως γνωστόν διανύουμε τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο κόσμος είτε έχει πάει ήδη σε καλοκαιρινές διακοπές και έχει επιστρέψει είτε βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε διακοπές είτε σχεδιάζει να κάνει διακοπές έως τα τέλη Σεπτεμβρίου.
Σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας ορισμένα στατιστικά στοιχεία και τις απόψεις μου σχετικά με τις προτιμήσεις διακοπών των ανθρώπων που ζουν στη χώρα μας. Το 2023, 11,1 εκατομμύρια Τούρκοι ταξίδεψαν στο εξωτερικό. Ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 11,39 εκατομμύρια το 2024. Το 2025, ο αριθμός έφτασε τα 12 εκατομμύρια.
Το 2025, οι Τούρκοι ξόδεψαν περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια στο εξωτερικό. Το 2025, ο αριθμός των Τούρκων που επισκέφθηκαν αποκλειστικά τα ελληνικά νησιά ξεπέρασε τα 1,5 εκατομμύριο.
Μάλιστα, οι αφίξεις αυτών των 1,5 εκατ. ατόμων στα ελληνικά νησιά έφτασαν τα 2,6 εκατομμύρια (καθώς ορισμένοι ταξίδεψαν περισσότερο από μια φορά). Το 2025, η Ελλάδα χορήγησε βίζα στην πύλη (kapıda vize) σε 1,1 εκατομμύριο Τούρκους. Τα χρήματα που ξόδεψαν μόνο οι Τούρκοι στα ελληνικά νησιά το 2025 ανήλθαν σε 500 εκατομμύρια ευρώ.
Βάσει των αυξήσεων στις κρατήσεις για τα δρομολόγια των φεριμπότ, λέγεται ότι αναμένεται αυτοί οι αριθμοί να αυξηθούν κατά περίπου 25-30% έως το τέλος του 2026. Είναι προφανές ότι τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται κοντά στην Τουρκία έχουν γίνει πόλος έλξης για τους Τούρκους παραθεριστές.
Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα δεν περιορίζεται μόνο στους Τούρκους. Βρετανοί, Γερμανοί και πολίτες χωρών της Βόρειας Ευρώπης συρρέουν στα ελληνικά νησιά.
Σήμερα, ο τουρισμός συμβάλλει άμεσα ή έμμεσα κατά περίπου 25% στο ΑΕΠ της Ελλάδας. Εκτός του ότι δημιουργεί θέσεις εργασίας για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, έχει μετατραπεί στην κύρια πηγή συναλλάγματος της χώρας.
Γιατί λοιπόν; Τι έχει κάνει η Ελλάδα για να το πετύχει αυτό;
Πάμε να δούμε: Μετά την κρίση χρέους του 2009, αποφάσισε να δώσει ώθηση σε τομείς που αποφέρουν συνάλλαγμα. Μετέτρεψε τον τουρισμό σε έναν στρατηγικό τομέα που θα συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη.
Ενώ ο γενικός συντελεστής ΦΠΑ είναι 24%, εφαρμόστηκε μειωμένος ΦΠΑ 13% στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τις υπηρεσίες εστίασης. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι στα νησιά του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Κως και ορισμένα μικρότερα νησιά, οι συντελεστές ΦΠΑ εφαρμόζονται με έκπτωση 30%. Έτσι, σε ορισμένες συναλλαγές, το τελικό ποσοστό μειώθηκε στα επίπεδα του 17%, του 9% και του 4%.
Η εφαρμογή της βίζας στην πύλη που ξεκίνησε το 2024 μετατράπηκε, πέρα από ένα διπλωματικό άνοιγμα, σε ένα οικονομικό πλεονέκτημα. Πόλεις όπως η Σμύρνη, το Aydın, η Muğla, το Balıkesir και η Manisa θεωρήθηκαν «κοντινή αγορά» για τα νησιά και οι κάτοικοι αυτών των πόλεων έγιναν στόχος ως δυνητικοί τουρίστες. Με αυτόν τον τρόπο, οι Τούρκοι έγιναν η σημαντικότερη κατηγορία πελατών για τους εμπόρους στα νησιά που βρίσκονται κοντά στην Τουρκία.
Μειώθηκε το κόστος μεταφοράς. Η δυνατότητα πρόσβασης στα νησιά εντός 30 έως 90 λεπτών με φέριμποτ δημιούργησε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι «περνάω στην απέναντι όχθη» παρά την εντύπωση ότι «φεύγω στο εξωτερικό». (Οι τιμές των εισιτηρίων με επιστροφή διαμορφώνονται ως εξής: Τσεσμέ - Χίος 50€, Αϊβαλί - Λέσβος 45€, Αλικαρνασσός- Κως 48€, Μαρμαρίδα- Ρόδος 95€ και Fethiye- Ρόδος 85€.)
Οι επιχειρήσεις τέθηκαν υπό αυστηρό έλεγχο, διατηρήθηκε η σταθερότητα των τιμών και καταβλήθηκε προσπάθεια να μην αλλοιωθεί η αντίληψη των «φθηνών και ποιοτικών διακοπών».
Στα νησιά δεν χρεώνεται τέλος στάθμευσης για τα αυτοκίνητα ούτε είσοδος στις παραλίες για τους πολίτες. Δεδομένου ότι η ενοικίαση αυτοκινήτου έχει γίνει εύκολη και φθηνή, δίνεται η δυνατότητα στους επισκέπτες που φτάνουν σε ένα νησί να νοικιάσουν όχημα και να το γυρίσουν ολόκληρο.
Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στην Ελλάδα, στη δική μας χώρα - η οποία γεωγραφικά αποτελεί «παράδεισο του τουρισμού» - ο πληθωρισμός των τροφίμων έχει πάρει την ανιούσα τα τελευταία πέντε χρόνια. Οι αυξήσεις στα ενοίκια δεν μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο. Με την προσθήκη του κόστους ενέργειας και των εξόδων προσωπικού, το κόστος στα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια αυξήθηκε, και οι επαγγελματίες του τουρισμού αναγκάστηκαν να μετακυλίσουν αυτό το κόστος στις τιμές τους.
Ένας άλλος παράγοντας: Επειδή η ισοτιμία του ευρώ και του δολαρίου συγκρατείται (πιέζεται), οι τιμές σε συνάλλαγμα στην Τουρκία παρέμειναν υψηλότερες από τις τιμές στο εξωτερικό. Ένα απλό παράδειγμα: Ένα φλιτζάνι καφές που στο Μπόντρουμ κοστίζει τουλάχιστον 300 λίρες (5,5 ευρώ), σε οποιοδήποτε ελληνικό νησί κοστίζει 3 ευρώ. Υπάρχει μια διαφορά περίπου 140 λιρών.
Λόγω του πληθωρισμού στα τρόφιμα, αυτή η διαφορά είναι ακόμα μεγαλύτερη στις τιμές του φαγητού. Όσον αφορά τα αλκοολούχα προϊόντα, οι τιμές στην Τουρκία είναι ήδη ασύγκριτα υψηλότερες λόγω των συστηματικών αρνητικών πολιτικών της κυβέρνησής μας.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο πήγα με φίλους στη Σάμο και τα παρατήρησα όλα αυτά αυτοπροσώπως από κοντά. Πληρώσαμε 17 χιλιάδες λίρες για τρεις διανυκτερεύσεις σε ένα δίκλινο δωμάτιο σε ένα boutique ξενοδοχείο χτισμένο σε έναν υπέροχο κόλπο, όπου με το που βγεις από την πόρτα η θάλασσα είναι στα τρία μέτρα και μπορείς να βουτήξεις. Για 10 γεύματα συνολικά, δύο άτομα επί τέσσερις ημέρες, πληρώσαμε 16 χιλιάδες λίρες (κάνοντας μια μικρή έρευνα με βάση τις τιμές, είδα ότι τα ίδια γεύματα θα κόστιζαν τουλάχιστον 25 χιλιάδες λίρες ακόμη και στην Άγκυρα). Το συνολικό μας κόστος, συμπεριλαμβανομένου του φόρου αναχώρησης στο εξωτερικό και του φέριμποτ, ανήλθε σε 43 χιλιάδες λίρες.
Ωστόσο, τις ίδιες ημερομηνίες (με κρατήσεις έγκαιρης κράτησης/early booking με έκπτωση που είχαν γίνει τον Φεβρουάριο), ένας φίλος μου που έμεινε σε ξενοδοχείο all-inclusive στη Μαρμαρίδα είχε πληρώσει 70 χιλιάδες λίρες για τρεις διανυκτερεύσεις. Αν συνυπολογίσουμε και τη μεταφορά Άγκυρα - Μαρμαρίδα, το ποσό ξεπερνά τις 80 χιλιάδες λίρες. Όπως καταλαβαίνετε και από τη διαφορά, ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι η τιμή. Ο κόσμος προτιμά φθηνές και ποιοτικές διακοπές, όχι ακριβές και κακής ποιότητας.
Υπάρχει επίσης η επίδραση αυτής της αρνητικής ενέργειας και της υψηλής έντασης που έχει διαποτιστεί στους πάντες και καθρεφτίζεται στα πρόσωπά τους, σε μια χώρα όπου κάποιος ξυπνά κάθε μέρα με ειδήσεις για επιχειρήσεις της αστυνομίας, συλλήψεις και καβγάδες που δεν σταματούν ποτέ.
Τι ψέμα να πω (ή Για να λέμε την αλήθεια): Ο κόσμος νιώθει τις διακοπές πολύ πιο έντονα σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι σέβονται ο ένας τον άλλο, είναι ευγενικοί, χαμογελούν, διασκεδάζουν, τραγουδούν, χορεύουν και είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι».