Αισθητά επιδεινώνεται η οικονομική κατάσταση επενδύσεων στα φωτοβολταϊκά, ιδιαίτερα έργων που ανήκουν σε μικρομεσαίους παραγωγούς, καθώς τα έσοδά τους συρρικνώνονται διαρκώς.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αυξημένη εμφάνιση περικοπών, αλλά και με τη συχνότερη καταγραφή μηδενικών ή αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Ήδη από τους πρώτους μήνες του 2026, η μείωση των εισροών έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε για ορισμένα έργα οι ιδιοκτήτες τους να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αποπληρωμή των δανείων που εξασφάλισαν για την κατασκευή τους. Οι προοπτικές μάλιστα εμφανίζονται ακόμη πιο δυσοίωνες για το αμέσως επόμενο διάστημα, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για ενδεχόμενη εμφάνιση μη εξυπηρετούμενων δανείων στον κλάδο, μέσα στους επόμενους μήνες.
Ωστόσο, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της συγκυρίας και επεξεργάζεται παρεμβάσεις, με στόχο την άμβλυνση του προβλήματος. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η κατάσταση αναμένεται να εξομαλυνθεί μέσα στην επόμενη τριετία, καθώς η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας θα επιτρέψει καλύτερη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας και ενίσχυση των εσόδων από την αγορά.
Παροδική «ανάσα»
Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται περιλαμβάνεται η προσωρινή αναπροσαρμογή προς τα πάνω της τιμής αποζημίωσης ανά κιλοβατώρα. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη μείωση των ποσοτήτων «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας που διατίθεται στην αγορά, ενισχύοντας τα συνολικά έσοδα των έργων και περιορίζοντας τον κίνδυνο αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων.
Όπως επισημαίνεται από πηγές του υπουργείου, η όποια ενίσχυση θα έχει μεταβατικό χαρακτήρα, έως ότου αποκατασταθούν πιο σταθερές συνθήκες λειτουργίας στην αγορά. Για τον λόγο αυτό, τα πρόσθετα έσοδα που ενδεχομένως προκύψουν θα ανακτηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο, μέσω προσαρμογών στο καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης των έργων.
Σε κάθε περίπτωση, οι σχεδιασμοί βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο, γεγονός που σημαίνει ότι δεν έχουν αποτιμηθεί πλήρως οι επιπτώσεις στη χρηματοδότηση των έργων μέσω του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, ούτε έχει αποφασιστεί ποιες κατηγορίες έργων θα αφορά η ενδεχόμενη παρέμβαση.
Παραγωγή στα… αζήτητα
Το πρόβλημα ανέκυψε σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι επενδύσεις στις ΑΠΕ σχεδόν μονοπωλήθηκαν από τα φωτοβολταϊκά, χωρίς παράλληλα να υπάρξει ούτε αύξηση της ζήτησης ούτε εγκατάσταση μπαταριών – οι οποίες θα μπορούσαν να «μεταφέρουν» μέρος της «πράσινης» παραγωγής για κατανάλωση σε άλλες ώρες του 24ωρου.
Ως συνέπεια, ειδικά τις μεσημβρινές ώρες, που κινείται στο ζενίθ η παραγωγή των φωτοβολταϊκών, αυξάνονται συνεχώς οι ανανεώσιμες μεγαβατώρες που πρέπει να μείνουν εκτός συστήματος, για να διατηρηθεί η ευστάθεια.
Μέχρι και πέρυσι το καλοκαίρι, οι απορρίψεις γίνονταν αποκλειστικά από τους Διαχειριστές. Από τότε, με παρεμβάσεις που έγιναν στη λειτουργία του ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, άνοιξε ο δρόμος ώστε όποτε υπάρχει υπερπαραγωγή ΑΠΕ, να διαμορφώνονται μηδενικές ή αρνητικές χονδρεμπορικές τιμές.
Αυξητική τάση
Ενδεικτικό της ανοδικής τάσης είναι ότι πέρυσι οι περικοπές έφτασαν τις 1.850 GWh, με τις εκτιμήσεις να «μιλούν» για άλμα κατά 80% φέτος. Επίσης, οι ώρες με μηδενικές-αρνητικές τιμές άγγιξαν το 2025 τις 339, ενώ στο πρώτο δίμηνο του 2026 ήδη κινήθηκαν στις 76.
Οι παραπάνω επιπτώσεις «μεταφράζονται» σε μείωση των εσόδων των ΑΠΕ και πλήττουν κυρίως τα φωτοβολταϊκά – καθώς υπερπαραγωγή ΑΠΕ εμφανίζεται κυρίως τις μεσημβρινές ώρες. Οι περικοπές των Διαχειριστών μειώνουν τα έσοδα όλων των έργων όλων των επενδυτών, ενώ οι μηδενικές – αρνητικές τιμές «αγγίζουν» κατά κύριο λόγο τα φωτοβολταϊκά με ένα συγκεκριμένο είδος κρατικής στήριξης (Σύμβαση Λειτουργικής Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης, ΣΕΔΠ).
Αν και οι παραπάνω παρενέργειες πλήττουν όλους τους επενδυτές, οι ενεργειακοί Όμιλοι είναι πιο θωρακισμένοι, είτε αν έχουν διαφοροποιημένο τεχνολογικά χαρτοφυλάκιο είτε -ακόμη περισσότερο- αν δραστηριοποιούνται στη λιανική. Αντίθετα, οι εταιρείες που έχουν επενδύσει αποκλειστικά στην ηλιακή τεχνολογία, όπως και οι μικρομεσαίοι παραγωγοί, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες εσόδων.