FAZ: Η Ελλάδα έχει τώρα δυνατότητες για βιώσιμη ανάπτυξη, σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες δεκαετίες - iefimerida.gr

FAZ: Η Ελλάδα έχει τώρα δυνατότητες για βιώσιμη ανάπτυξη, σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες δεκαετίες

Γυναίκα με μάσκα στο κέντρο της Αθήνας
Γυναίκα με μάσκα στο κέντρο της Αθήνας / Φωτογραφία: Alexandros Michailidis/SOOC
NEWSROOM IEFIMERIDA.GR

Tη δυνατότητα και την ευκαιρία που έχει η Ελλάδα να εισέλθει σε ένα μονοπάτι βιώσιμης ανάπτυξης υπό το νέο πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, επισημαίνει σε άρθρο γνώμης η γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ).

Στο κείμενο που υπογράφει ο δημοσιογράφος και αναλυτής Tobias Piller γίνεται μια ανασκόπηση του μη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης της δεκαετίας του 2000 αλλά και της επικράτησης των Τσίπρα-Βαρουφάκη τη δεκαετία του 2010 και επισημαίνεται ότι σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες δεκαετίες η Ελλάδα θέτει πλέον με τη νέα κυβέρνηση διαφορετικές προτεραιότητες οι οποίες υπόσχονται ένα βιώσιμο μέλλον: «Παραγωγικότητα, επενδύσεις, εκπαίδευση, λιγότερη γραφειοκρατία».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Η Αθήνα αποχαιρετά τον Keynes»

Στο άρθρο με τίτλο «Η Αθήνα αποχαιρετά τον Keynes» ασκείται κριτική στην «απλουστευμένη εκδοχή της κεϊνσιανής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι κρατικές δαπάνες, αλλά ακόμα και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, εξασφαλίζουν την ανάπτυξη». Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι οι προσπάθειες της νέας κυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη «έχουν σήμερα πολύ μεγαλύτερες προοπτικές. Ο Μητσοτάκης βλέπει να υπάρχουν ευκαιρίες στην παγκόσμια αγορά, εφόσον η χώρα του αξιοποιήσει την ανοιχτή σκέψη των Ελλήνων και το επιχειρηματικό τους πνεύμα, προκειμένου να καταλάβει μία θέση με προοπτικές».

Και εκτιμά ότι είναι «ευτύχημα το γεγονός ότι η Ελλάδα ακολουθεί τώρα ενεργά το δικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων -και πλέον έχει στη διάθεσή της και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ».

Ολόκληρο το άρθρο γνώμης του δημοσιογράφου της FAZ Tobias Piller:

Ο χειρισμός της κρίσης του κορωνοϊού από την Ελλάδα, ο οποίος μέχρι στιγμής ήταν αρκετά επιτυχής, έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την πολιτική της στην κρίση χρέους. Τι κάνουν οι Έλληνες σήμερα καλύτερα απ’ ό,τι το 2009, όταν ο υπερβολικός δημόσιος δανεισμός της Αθήνας βύθισε πρώτα τη χώρα και μετά την Ευρωζώνη και την ΕΕ σε κρίση; Δεν υπάρχει ακόμη γενικά αποδεκτή συναίνεση ως προς τις αιτίες της ελληνικής κρίσης, ούτε καν σε σχέση με τη δραστική θεραπεία που εφαρμόστηκε από τους Ευρωπαίους εταίρους και τα κράτη-πιστωτές. Διάσημοι κεϊνσιανοί από τη μακρινή Βόρεια Αμερική, όπως ο κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Joseph Stiglitz, επέκριναν την υποτιθέμενη τευτονική αντίληψη περί λιτότητας, με την οποία η Βόρεια Ευρώπη επέμενε να μειωθεί το έλλειμμα στον ελληνικό προϋπολογισμό. «Η Ελλάδα, ο αμνός επί σφαγή», έγραψε ο Stiglitz. Έτοιμη τροφή για τους αριστερούς λαϊκιστές υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του Υπουργού Οικονομικών του Γιάνη Βαρουφάκη, οι οποίοι παρουσίασαν την Ελλάδα ως θύμα των μηχανορραφιών της Ευρώπης. Κατά την άποψή τους, οι Έλληνες είχαν το δικαίωμα να συνεχίσουν να ζουν αμέριμνα, όπως έκαναν πριν από την κρίση.

Έναντι πολλών Ευρωπαίων, αλλά και Αμερικανών κεϊνσιανών, ο Τσίπρας απέκτησε το προνόμιο του να δικαιούται να ερμηνεύει την κρίση. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και σήμερα. Μόλις πριν από λίγες μέρες –κατά τη συζήτηση στην Ιταλία για τη μεταρρύθμιση του ESM- ένας δεξιός γερουσιαστής χρησιμοποίησε και πάλι τα κλισέ του Τσίπρα: «Η τρόικα λέρωσε τα χέρια της για να κάνει τους Έλληνες να πληρώσουν με το αίμα των ηλικιωμένων και των παιδιών, ενεργώντας ως απαράμιλλος σφαγέας του κοινωνικού συστήματος, με περικοπές … που ούτε ένα καθεστώς κατοχής δεν θα τολμούσε να κάνει». Τέτοιες αντιλήψεις δεν διαμορφώνουν μόνο την άποψη για την Ελλάδα, αλλά και τη στάση έναντι της ΕΕ και της Νομισματικής Ένωσης του Ευρώ.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εύκολα λησμονείται το ότι το 2009 κανείς δεν ήθελε πλέον να δανείζει χρήματα στους Έλληνες. Οι Ευρωπαίοι εταίροι έσωσαν την Ελλάδα από μία εθνική χρεοκοπία με υψηλό κοινωνικό κόστος, καθιστώντας τα δάνεια σχετικά γρήγορα διαθέσιμα. Δεδομένου ότι -δικαίως- δεν ήταν διατεθειμένοι να χρηματοδοτούν σε μόνιμη βάση ένα έλλειμμα της Ελλάδας της τάξης του 15% του ΑΕΠ, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να απαιτήσουν μια γρήγορη μείωση του δημοσιονομικού κενού.

Έκτοτε, στους πιστωτές της Ελλάδας αντιτάσσεται μια απλουστευμένη εκδοχή της κεϊνσιανής θεωρίας: Σύμφωνα με αυτή, οι κρατικές δαπάνες, αλλά ακόμα και αυτά τα δημοσιονομικά ελλείμματα, εξασφαλίζουν την ανάπτυξη. Από την άλλη πλευρά, όποιος υποστηρίζει τα σταθερά δημόσια οικονομικά και τα χαμηλά ελλείμματα -ακόμα κι αν το κάνει για να αποφύγει τη δημοσιονομική κατάρρευση- στιγματίζεται ως αυτός που προκαλεί την κρίση.

Εδώ και καιρό όμως έχουν εντοπιστεί και με τη βοήθεια διεθνών συγκριτικών δεδομένων και άλλες αιτίες της ελληνικής κρίσης. Μετά την ένταξή της στη Νομισματική Ένωση το 2001, η Ελλάδα παρουσίασε μια ιδιαίτερα απότομη αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος κατά 65%: Από 13.230 ευρώ το 2000 σε 21.840 Ευρώ το 2008. Το κατά κεφαλήν εισόδημα στην ΕΕ αυξήθηκε μόνο κατά 32% κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Χώρες όπως η Σλοβακία, η οποία είναι επιτυχημένη στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, ή η Εσθονία ως έδρα επιχειρήσεων Πληροφορικής, επίσης αναπτύχθηκαν ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Σε αντίθεση με αυτά τα παραδείγματα, δεν υπάρχει καμία εξήγηση που να σχετίζεται με τη βιομηχανική πολιτική και να δικαιολογεί την ανάπτυξη στην Ελλάδα, παρά μόνο η αύξηση των δανείων για ακίνητα, η αύξηση της απασχόλησης στη Δημόσια Διοίκηση και οι συντάξεις ύψους 95% του τελευταίου εισοδήματος.

Η ανάπτυξη της Ελλάδας εκείνη την εποχή ήταν προφανώς μη βιώσιμη. Ωστόσο, οι πιστωτές της σημείωσαν μικρή επιτυχία στην προσπάθεια να προκαλέσουν αλλαγή πολιτικής κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους. Ακόμη και μετά από τρία σχέδια εξυγίανσης εκατοντάδων σελίδων, οι απρόθυμες κυβερνήσεις δεν κατέστη δυνατόν να πειστούν να μην ενθαρρύνουν πλέον την ανάπτυξη με ψευδο-κεϋνσιανό τρόπο μέσω των κυβερνητικών δαπανών, αλλά μέσω ανταγωνιστικών οικονομικών δομών. Αντίθετα, οι προσπάθειες της νέας κυβέρνησης υπό τον φιλελεύθερο Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη έχουν σήμερα πολύ μεγαλύτερες προοπτικές. Ο Μητσοτάκης βλέπει να υπάρχουν ευκαιρίες στην παγκόσμια αγορά, εφόσον η χώρα του αξιοποιήσει την ανοιχτή σκέψη των Ελλήνων και το επιχειρηματικό τους πνεύμα, προκειμένου να καταλάβει μία θέση με προοπτικές.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για να γίνει αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να καταστεί πιο ανταγωνιστική. Για τον κάτοχο του βραβείου Νόμπελ Χριστόφορο Πισσαρίδη, τον οποίο ο Μητσοτάκης πήρε ως σύμβουλο, αρκούν μόλις λίγες γραμμές για να περιγράψει τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα: Παραγωγικότητα, επενδύσεις, εκπαίδευση, απλουστευμένη Διοίκηση. Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι η Ελλάδα ακολουθεί τώρα ενεργά το δικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων -και πλέον έχει στη διάθεσή της και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ. Είναι ακόμα απαραίτητα κάποια φανερά βήματα μεταρρυθμίσεων. Οι Έλληνες θα πρέπει να έχουν κίνητρο για να τα κάνουν. Αλλά ο Keynes δεν χρειάζεται πλέον.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ FAZ Ελλάδα βιώσιμη ανάπτυξη επενδύσεις
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ