Για να καταφέρει η Ελλάδα να συγκλίνει με τους ευρωπαϊκούς στόχους του 2030, απαιτείται «έκρηξη» ιδιωτικών επενδύσεων και αποφασιστική στροφή προς την ενίσχυση της καινοτομίας.
Οι αριθμοί που περιλαμβάνονται στην τελευταία «Ετήσια Έκθεση για την Ενιαία Αγορά και την Ανταγωνιστικότητα» που ανακοίνωσε στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προειδοποιούν: Η ανάπτυξη που βασίζεται μόνο στην κατανάλωση και στις δημόσιες δαπάνες δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Οι προκλήσεις για την Ελλάδα μέσα από 29 δείκτες-κλειδιά
Η ετήσια έκθεση της Κομισιόν για την ανταγωνιστικότητα, που κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν τη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οικονομία, αναδεικνύει τις προκλήσεις για την Ελλάδα μέσα από 29 δείκτες - κλειδιά (KPIs). Από τους πρώτους δείκτες σύγκρισης με τα άλλα κράτη - μέλη προκύπτει το μεγάλο επενδυτικό έλλειμμα της χώρας μας. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αποτελούν την «αχίλλειο πτέρνα» της ελληνικής οικονομίας. Με ποσοστό μόλις 12,4% του ΑΕΠ το 2024, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ε.Ε. (μαζί με την Πολωνία στο 12,2%), όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 17,6%. Αυτό το κενό καλύπτεται εν μέρει από τις δημόσιες επενδύσεις, όπου η Ελλάδα με 3,6% του ΑΕΠ κινείται στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου (3,7%), καταδεικνύοντας την εξάρτηση της ανάπτυξης από τα κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια.
Εξίσου ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία στην ενότητα των επενδύσεων σε Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) που ανήλθαν στο 1,54% του ΑΕΠ το 2024. Αν και υπάρχει ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα απέχει πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 2,24% και τον στρατηγικό στόχο του 3,0%. Η έλλειψη επενδύσεων μεταφράζεται σε δραματικά χαμηλή παραγωγή καινοτομίας. Στον δείκτη «Αιτήσεις Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας», η Ελλάδα καταγράφει μόλις 10 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκων. Η σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 152 αιτήσεων είναι συντριπτική. Χώρες όπως η Δανία (425 ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους) και η Αυστρία (254) παράγουν δεκαπλάσια και εικοσαπλάσια καινοτομία, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας.
Κρίσιμοι παράγοντες διαφάνεια και απονομή δικαιοσύνης
Ο δείκτης που μετρά την αντίληψη των πολιτών για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και των θεσμών, δείχνει ότι στην Ελλάδα η εμπιστοσύνη βρίσκεται στο 42%, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 54%. Η βελτίωση της διαφάνειας και η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης αναφέρονται στην έκθεση ως κρίσιμοι παράγοντες για την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων (FDI), τομέας στον οποίο η Ελλάδα κατέγραψε εισροές ύψους 3,2% του ΑΕΠ το 2024, πλησιάζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (3,5%).
Κάτι πρέπει να αλλάξει με το «χάσμα χρηματοδότησης»
Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με το σχετικό δείκτη (KPI 14), το ποσοστό των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) που αντιμετωπίζουν απόρριψη των αιτήσεων δανειοδότησης ή δέχονται μόνο μερική χρηματοδότηση παραμένει υψηλό, στο 18,5%, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 9,2%. Αυτό το «χάσμα χρηματοδότησης» περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επενδύσουν σε νέο εξοπλισμό ή να επεκταθούν σε νέες αγορές. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, το ποσοστό αυτό είναι κάτω από το 6%, προσφέροντας ένα σαφές πλεονέκτημα εκκίνησης στις τοπικές επιχειρήσεις.
Παραμένει βραχνάς η γραφειοκρατία
Η γραφειοκρατία παραμένει ο μεγάλος βραχνάς της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Στον δείκτη «Ευκολία Κανονιστικής Συμμόρφωσης», η Ελλάδα συγκεντρώνει βαθμολογία 3,19 στα 7, καταλαμβάνοντας μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην Ε.Ε., όπου ο μέσος όρος είναι 3,89. Η απόσταση από τη Φινλανδία (5,15) και το Λουξεμβούργο (4,71) αναδεικνύει το τεράστιο διοικητικό βάρος που επωμίζονται οι ελληνικές εταιρείες. Παρά την πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό, η διασυνοριακή προσβασιμότητα των ψηφιακών υπηρεσιών παραμένει προβληματική. Μόνο το 13% των βασικών διοικητικών διαδικασιών είναι πλήρως προσβάσιμο σε πολίτες και επιχειρήσεις από άλλα κράτη-μέλη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 21% και χώρες όπως η Εσθονία προσεγγίζουν το 30%.
Επιπλέον, το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια για την ελληνική βιομηχανία. Το 2025 η τιμή για τους μεγάλους εμπορικούς χρήστες στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 0,18 ευρώ/kWh (κιλοβατώρα), τιμή υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 0,16 ευρώ/kWh και υπερδιπλάσια από τις τιμές στη Σουηδία (0,08 ευρώ) και τη Φινλανδία (0,07 ευρώ). Ωστόσο, η Ελλάδα παρουσιάζει εντυπωσιακές επιδόσεις στη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Στον δείκτη για τη διείσδυση των ΑΠΕ, η χώρα μας με 25,3% το 2024 ξεπερνά ελαφρώς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (25,2%). Ακόμη καλύτερη είναι η εικόνα στον εξηλεκτρισμό της οικονομίας, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στο 26,6%, αφήνοντας πίσω τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 23,0%.
Η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στη χρήση ανακυκλωμένων υλικών. Ο ρυθμός κυκλικής χρήσης υλικών στη χώρα είναι μόλις 4,4%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 12,2%. Χώρες όπως η Ολλανδία (30,6%) και η Ιταλία (20,8%) δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης στη διαχείριση των πόρων της, κάτι που θα μπορούσε να μειώσει και το κόστος παραγωγής.
Παρά την πρόοδο στις ψηφιακές υπηρεσίες του Δημοσίου, η φυσική υποδομή παραμένει μια πρόκληση για την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Ο δείκτης για τη διείσδυση των δικτύων υπερυψηλής ταχύτητας δείχνει ότι η Ελλάδα, αν και καλύπτει το 27,8% των νοικοκυριών με οπτική ίνα (το 2024), παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 56,4%. Στη Δανία και τη Ρουμανία, το ποσοστό αυτό αγγίζει ή ξεπερνά το 90%. Η υστέρηση αυτή επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) να υιοθετήσουν τεχνολογίες cloud και Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), καθώς η αξιόπιστη και γρήγορη σύνδεση αποτελεί προϋπόθεση για την ψηφιακή οικονομία.
Σημαντικό είναι και το έλλειμμα εμπορικής διασύνδεσης της χώρας μας με την υπόλοιπη Ευρώπη, λόγω και της γεωγραφικής ιδιαιτερότητας. Η Ελλάδα παραμένει μια από τις λιγότερο διασυνδεδεμένες οικονομίες της Ένωσης. Ο δείκτης «Ενσωμάτωση στην Ενιαία Αγορά» αποκαλύπτει ότι το εμπόριο αγαθών της Ελλάδας με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη αντιστοιχούσε μόλις στο 15,0% του ΑΕΠ για το 2024. Η επίδοση αυτή είναι 7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (22,0%) και βρίσκεται σε χαοτική απόσταση από χώρες όπως η Σλοβακία (63,9%) και η Ουγγαρία (48,0%).
Απαιτείται ριζική αναδιάρθρωση εκπαίδευσης και κατάρτισης
Η Ελλάδα κατέγραψε ποσοστό απασχόλησης 69,3% το 2024. Παρά τη σημαντική μείωση της ανεργίας, η χώρα παραμένει στην προτελευταία θέση της Ε.Ε., με μόνο την Ιταλία (67,1%) να σημειώνει χαμηλότερη επίδοση. Ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 75,8%, με την Ολλανδία να ηγείται με 83,5%. Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας πλήττεται από ελλείψεις δεξιοτήτων. Η Ελλάδα αναφέρει σοβαρές ελλείψεις σε 25 κρίσιμα επαγγέλματα για την πράσινη μετάβαση. Το παράδοξο της υψηλής ανεργίας σε σχέση με την υπόλοιπη Ε.Ε. και της ταυτόχρονης αδυναμίας εύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού υπογραμμίζει την ανάγκη για ριζική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.