Κάτι πολύ περισσότερο από μία ακόμη μεγάλη επένδυση ψηφιακών υποδομών φιλοδοξεί να αποτελέσει η ανάπτυξη του mega Data Center 300 MW από τη ΔΕΗ στην Κοζάνη.
Στην πραγματικότητα, το πρότζεκτ λειτουργεί ως «πιλότος» για ένα νέο μοντέλο σύζευξης της ενεργειακής και της ψηφιακής μετάβασης, σε μία περίοδο όπου η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των cloud υπηρεσιών δημιουργεί τεράστιες πιέσεις στα ηλεκτρικά συστήματα διεθνώς.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα της ηλεκτροδότησης των data centers βρίσκεται πλέον στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurelectric, τα data centers αναμένεται να αντιπροσωπεύουν περίπου το 28% της αύξησης της ευρωπαϊκής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2030, εξαιτίας κυρίως των εφαρμογών ΑΙ και της αυξημένης υπολογιστικής ισχύος που απαιτούν οι hyperscalers.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το μοντέλο που προωθεί η ΔΕΗ φαίνεται να απαντά σε ορισμένες από τις σημαντικότερες προκλήσεις του κλάδου: την επάρκεια ισχύος, την επιβάρυνση των δικτύων, το κόστος ενέργειας, τη διαχείριση των υδάτινων πόρων και το τεράστιο επενδυτικό βάρος που συνεπάγεται η ανάπτυξη των ψηφιακών υποδομών.
Καινοτομία στην ηλεκτροδότηση
Το πρώτο πλεονέκτημα του πρότζεκτ είναι ότι η ηλεκτροδότηση της ψηφιακής υποδομής θα γίνεται behind the meter, δηλαδή μέσω απευθείας σύνδεσης με τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να μεσολαβεί το ηλεκτρικό σύστημα.
Πρόκειται για μία κρίσιμη διαφοροποίηση σε σχέση με το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης data centers, όπου οι εγκαταστάσεις αντλούν ισχύ από το διασυνδεδεμένο σύστημα, αυξάνοντας τις ανάγκες μεταφοράς και επιβαρύνοντας τα δίκτυα. Αντίθετα, στην περίπτωση της Κοζάνης, η κατανάλωση θα καλύπτεται απευθείας από το ενεργειακό χαρτοφυλάκιο που αναπτύσσει ο Όμιλος στη Δυτική Μακεδονία.
Έτσι, το νέο data center θα μπορεί να ηλεκτροδοτείται με ανταγωνιστικό κόστος από τη μονάδα φυσικού αερίου των 440 MW, τα φωτοβολταϊκά συνολικής ισχύος 1.200 MW, τις μπαταρίες 300 MW, αλλά και τα αντλησιοταμιευτικά έργα 320 MW και 240 MW που δρομολογούνται στην περιοχή.
«Φρένο» σε αυξήσεις στο ρεύμα
Το αποτέλεσμα είναι πως περιορίζεται δραστικά ο κίνδυνος συμφόρησης του συστήματος, αλλά και η πιθανότητα αύξησης της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας για το σύνολο της αγοράς, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στις ΗΠΑ, οι διαχειριστές δικτύων έχουν αρχίσει να προειδοποιούν πως η αλματώδης ανάπτυξη των data centers απειλεί να εξαντλήσει τη διαθέσιμη ισχύ και να προκαλέσει καθυστερήσεις σε νέες συνδέσεις.
Ακριβώς αυτή την ανάγκη καλύτερου συντονισμού μεταξύ ενεργειακού και ψηφιακού τομέα επιχειρεί να αντιμετωπίσει η πρωτοβουλία «Twin Transition Commitments», που υπογράφηκε στο ετήσιο συνέδριο της Eurelectric στο Ελσίνκι, ανάμεσα στις ενεργειακές εταιρείες και επιχειρήσεις του ψηφιακού κλάδου – προεξαρχούσης της Google. Από την πλευρά της Eurelectric, η πρωτοβουλία υπογράφηκε από τον Γιώργο Στάσση, αντιπρόεδρο της Ένωσης Ευρωπαϊκών Εταιρειών Ενέργειας και πρόεδρο και CEO της ΔΕΗ.
Το πλεονέκτημα του νερού
Το δεύτερο μεγάλο ατού της επένδυσης αφορά τους υδρολογικούς πόρους της περιοχής. Η ψύξη αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη λειτουργία μεγάλων data centers, ειδικά εκείνων που φιλοξενούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και χιλιάδες GPUs υψηλής απόδοσης.
Στην περίπτωση της Κοζάνης, η ΔΕΗ διαθέτει ήδη πρόσβαση σε κοιτάσματα νερού που χρησιμοποιούνταν επί δεκαετίες για τη βιομηχανική χρήση και ειδικότερα για την ψύξη των λιγνιτικών μονάδων. Επομένως, η ανάπτυξη του data center δεν αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τους τοπικούς υδρολογικούς πόρους, κάτι που αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα σε μία εποχή κατά την οποία η κατανάλωση νερού από τα data centers βρίσκεται στο μικροσκόπιο διεθνώς.
Παραγωγικός μετασχηματισμός
Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους hyperscalers, οι οποίοι πλέον εξετάζουν όχι μόνο τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος αλλά και τη βιωσιμότητα της ψύξης πριν επιλέξουν τοποθεσίες για νέες εγκαταστάσεις. Η δυνατότητα αξιοποίησης υφιστάμενων βιομηχανικών υποδομών μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της επένδυσης και ενισχύει τη βιωσιμότητά της.
Ταυτόχρονα, η επιλογή της Δυτικής Μακεδονίας λειτουργεί και ως παράδειγμα παραγωγικού μετασχηματισμού μίας περιοχής που βρέθηκε επί δεκαετίες στο επίκεντρο της λιγνιτικής δραστηριότητας. Η μετάβαση από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με λιγνίτη στην υποστήριξη της οικονομίας δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύει και τη στρατηγική επιδίωξη της ΔΕΗ να μετατρέψει την περιοχή σε νέο ενεργειακό και ψηφιακό hub της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Το νέο μοντέλο συνεργασίας με hyperscalers
Το τρίτο πλεονέκτημα αφορά το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο συνεργασίας με τον ή τους hyperscalers. Το συνολικό κόστος των εγκαταστάσεων εκτιμάται στα 2,4 δισ. ευρώ, από τα οποία η ΔΕΗ θα επενδύσει περίπου 1,2 δισ. ευρώ για τις κτιριακές υποδομές, τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό και τα συστήματα ψύξης και θέρμανσης, ενώ θα εισφέρει επίσης τη γη και την ηλεκτροδότηση της εγκατάστασης.
Από την άλλη πλευρά, ο hyperscaler θα αξιοποιεί την υποδομή με μίσθωμα, επενδύοντας περίπου 1,2 δισ. ευρώ για τον εξοπλισμός εγκατάστασης του IT hardware. Επιπλέον, θα αναλάβει την προμήθεια των πληροφοριακών συστημάτων, servers και GPUs, με το σχετικό κόστος να υπολογίζεται σε επιπλέον 2,5 δισ. ευρώ περίπου.
Το μοντέλο αυτό διαφοροποιείται σημαντικά από την έως τώρα κυρίαρχη πρακτική στην αγορά, σύμφωνα με την οποία οι hyperscalers αγόραζαν εκτάσεις και κατασκεύαζαν εξ ολοκλήρου τις εγκαταστάσεις υπό δική τους ιδιοκτησία. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή ανταποκρινόταν σε μία περίοδο σταδιακής ανάπτυξης του κλάδου.
Συμφωνία σε 3-6 μήνες
Σήμερα όμως η αγορά των data centers βρίσκεται σε φάση εκρηκτικής επέκτασης. Κάθε hyperscaler σχεδιάζει επενδύσεις που μπορεί να φτάνουν τα 200 δισ. ευρώ ετησίως σε νέες ψηφιακές υποδομές. Επομένως, το μοντέλο της ΔΕΗ επιτρέπει την εξοικονόμηση σημαντικού μέρους των κεφαλαιουχικών δαπανών, ώστε οι ψηφιακές εταιρείες να κατευθύνουν περισσότερους πόρους στην ανάπτυξη εφαρμογών ΑΙ και πληροφοριακών συστημάτων.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει ο Γιώργος Στάσσης, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη συζητήσεις με hyperscalers, με δύο εξ αυτών να βρίσκονται σε τόσο προχωρημένο στάδιο ώστε να αναμένεται συμφωνία μέσα στους επόμενους τρεις έως έξι μήνες. Το data center εκτιμάται ότι θα ξεκινήσει να κατασκευάζεται στα τέλη του 2026, ενώ σε δεύτερη φάση προβλέπεται η επέκτασή του έως και τα 1.000 MW.
Παράλληλα, η ΔΕΗ ήδη συνεργάζεται με «παίκτες» της αγοράς για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που αφορούν τη ναυτιλία και νομικές υπηρεσίες, δείχνοντας πως η επένδυση δεν αφορά απλώς μία υποδομή φιλοξενίας δεδομένων, αλλά τη δημιουργία ενός νέου οικοσυστήματος ψηφιακών υπηρεσιών.