fbpx Επιστημονική υπηρεσία Βουλής: Συνταγματικά μη ανεκτή η επιβολή φόρου σε όσους δεν κάνουν ηλεκτρονικές αγορές | ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΕΙ

Επιστημονική υπηρεσία Βουλής: Συνταγματικά μη ανεκτή η επιβολή φόρου σε όσους δεν κάνουν ηλεκτρονικές αγορές

Βουλευτές της ΝΔ για αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα: Τέλος στην ιδιότυπη ασυλία όσων προκαλούν επεισόδια
05|12|2019 | 12:42
Φωτογραφία: Eurokinissi

Θέμα συνταγματικότητας του άρθρου 7 του φορολογικού νομοσχεδίου για τις υποχρεωτικές ηλεκτρονικές συναλλαγές μέχρι του ποσού του 30% του πραγματικού εισοδήματος θέτει ο επιστημονικό συμβούλιο της Βουλής με την έκθεση του.

Το επιστημονικό συμβούλιο επικαλείται το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, που αναφέρει ότι «αντικείμενο του φόρου μπορεί να είναι το εισόδημα, η περιουσία ή οι δαπάνες και οι συναλλαγές του φορολογουμένου».

Με βάση αυτό το άρθρο τα μέλη του επιστημονικού συμβουλίου αναφέρουν ότι «Εν προκειμένω, η επιβαλλόμενη φορολογική επιβάρυνση δεν φαίνεται να βρίσκεται σε αρμονία με την ανωτέρω διάταξη, δεδομένου ότι δεν φαίνεται να επιβάλλεται επί του εισοδήματος ή της δαπάνης ή της περιουσίας, αλλά επί της μη διενέργειας δαπάνης, η οποία δεν μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να αποτελεί αντικείμενο φορολόγησης».

Ακόμα η επιβαλλόμενη επιβάρυνση δεν παρίσταται συνταγματικώς ανεκτή ούτε υπό την εκδοχή ότι δεν συνιστά φόρο, αλλά κύρωση, εξεταζόμενη, ως εκ τούτου, και υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι από την αιτιολογική έκθεση (στην οποία αναφέρεται απλώς ότι «οι δικαιούχοι εισοδημάτων από μισθωτή εργασία - συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και από ακίνητη περιουσία, θα πρέπει, προκειμένου να μην υπόκεινται σε συμπληρωματική φορολογία, να προβαίνουν σε συναλλαγές με ηλεκτρονικά
μέσα πληρωμής, ανάλογα με το ύψος του πραγματικού εισοδήματός τους, δεν προκύπτει ο λόγος της αποδοκιμασίας του νομοθέτη προς φορολογουμένους οι οποίοι επιλέγουν να δαπανούν ετησίως λιγότερο από το 30% του εισοδήματός τους, αλλά ούτε και το δημόσιο συμφέρον που υπηρετείται από την έμμεση επιβολή υποχρέωσης στους φορολογουμένους να δαπανούν τουλάχιστον 30% του εισοδήματός τους (και μέχρι 20.000 ευρώ) κατ' έτος».

Ακόμη το επιστημονικό συμβούλιο αναφέρει πως στην αιτιολογική έκθεση του φορολογικού νομοσχεδίου δεν αιτιολογείται επαρκώς πώς, επί συναλλαγών για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα οικεία φορολογικά παραστατικά, η εξόφλησή τους με χρήση ηλεκτρονικών μέσων εξυπηρετεί καλύτερα «τη μείωση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης», εν σχέσει προς την εξόφληση των ως άνω συναλλαγών με χρήση μετρητών.

Τα μέλη του επιστημονικού συμβουλίου καταλήγουν στην γνωμάτευση τους όσον αφορά το άρθρο 7 λέγοντας ότι «ως εκ τούτου, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν φαίνεται να βρίσκεται σε αρμονία ούτε προς τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, δεδομένου ότι o σκοπός πάταξης της φοροδιαφυγής επί συναλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων επιτυγχάνεται εφόσον εκδοθεί το οικείο φορολογικό παραστατικό, ανεξαρτήτως του Τρόπου εξόφλησής».

ΣΧΟΛΙΑ