Στη σκιά της απόφασης του Αρείου Πάγου, που δίνει ανάσα στους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη και εν αναμονή της καθαρογραφής της, ανοίγει την Πέμπτη (19/2) η πλατφόρμα της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Ιδιωτικού Χρέους.
Η πλατφόρμα αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τη ρύθμιση δανείων σε ελβετικό φράγκο, δίνοντας τη δυνατότητα στους δανειολήπτες να ενταχθούν σε ειδικά προγράμματα διευθέτησης των οφειλών τους.
Πρόκειται για την έτερη κατηγορία δανειοληπτών -αν και κάποιοι ανήκουν και στις δύο κατηγορίες, δηλαδή είχαν δάνεια σε ελβετικό φράγκο και εντάχθηκαν στον νόμο Κατσέλη- που βρέθηκαν την περίοδο της κρίσης σε δυσμενή θέση και με την ρύθμιση του υπουργείου Οικονομικών μπορούν, εφόσον το επιθυμούν να μετατρέψουν τα δάνεια τους σε ευρώ. Προβλέπεται εξάλλου η υπό όρους δυνατότητα παράτασης του χρόνου εξόφλησης του δανείου ως 5 χρόνια.
Και όσοι αποδεχθούν την υπαγωγή τους στη ρύθμιση θα πρέπει να παραιτηθούν από κάθε άλλη δικαστική διεκδίκηση που αφορά το δάνειό τους.
Ειδικότερα, μέσω της πλατφόρμας οι δανειολήπτες ελβετικού φράγκου θα υποβάλουν ηλεκτρονικά το αίτημά τους για την λήψη πιστοποιητικού, το οποίο θα καθορίζει -με βάση το εισόδημα και την περιουσιακή τους κατάσταση- το ύψος του «κουρέματος» στη συναλλαγματική ισοτιμία.
Η πλατφόρμα θα παραμείνει ανοιχτή για έξι μήνες, έως τις 19 Αυγούστου, και θα λειτουργεί ως φίλτρο επιλεξιμότητας: δηλαδή θα ελέγχει την πλήρωση των κριτηρίων και θα εκδίδει τη σχετική βεβαίωση και στη συνέχεια ο πιστωτής -τράπεζα ή servicer- να προχωρά στη ρύθμιση του δανείου.
Σημειώνεται το μικρότερο «κούρεμα» - επιδότηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας ύψους 15% με σταθερό επιτόκιο 2,9% μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής προβλέπεται χωρίς εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Οι τρεις κατηγορίες ρυθμίσεων
Από εκεί και πέρα δημιουργούνται τρεις κατηγορίες ρυθμίσεων βάσει κριτηρίων και ειδικότερα:
1η κατηγορία στην οποία υπάγονται οι πιο ευάλωτοι οικονομικά δανειολήπτες και ΑΜΕΑ (πιστοποιημένη αναπηρία 67%):
Προβλέπεται «κούρεμα» 50% επί της ισοτιμίας και σταθερό επιτόκιο 2,30%. Τα κριτήρια, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού, αφορούν ετήσιο εισόδημα 7.000–22.000 ευρώ, ακίνητη περιουσία 125.000–185.000 ευρώ και καταθέσεις 7.500–22.000 ευρώ.
2η κατηγορία:
«Κούρεμα» 30% και επιτόκιο 2,5%, για νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα 9.375–23.375 ευρώ, περιουσία 156.250–216.250 ευρώ και καταθέσεις 9.375–23.375 ευρώ.
3η κατηγορία:
«Κούρεμα» ισοτιμίας 20% και σταθερό επιτόκιο 2,7%, για εισόδημα 11.250–25.250 ευρώ, περιουσία 187.500–247.500 ευρώ και καταθέσεις 11.250–25.250 ευρώ.
Μετά την υποβολή της αίτησης, εκδίδεται βεβαίωση ένταξης σε συγκεκριμένη κατηγορία, η οποία:
- επιτρέπει στον πιστωτή να λάβει γνώση της κατηγορίας του οφειλέτη και
- παρέχει στον δανειολήπτη όλα τα στοιχεία της προτεινόμενης ρύθμισης
«Προϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης είναι η τήρησή της για όλη τη διάρκεια και μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου»
Το κόστος για τις τράπεζες εκτιμάται στα 600 εκατ. ευρώ εφόσον βέβαια όλοι οι δανειολήπτες ελβετικού φράγκου επιλέξουν τη ρύθμιση που εξαλείφει τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο.
Με βάση τις εκτιμήσεις δεν θα ξεπεράσει το 10% το ποσοστό των δανειοληπτών που που θα έχει το μέγιστο «κούρεμα», δηλαδή το 50% (περίπου 4.000 δανειολήπτες) Αντίθετα, πάνω από το 50% εντάσσεται στην κατηγορία χωρίς εισοδηματικά – περιουσιακά κριτήρια, δηλαδή στην κατηγορία με το χαμηλότερο «κούρεμα» 15%, η οποία καλύπτει περίπου 20.000 δανειολήπτες.
Σημειώνεται ότι προϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης είναι η τήρησή της για όλη τη διάρκεια και μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου. Εάν δεν τηρηθεί, η ρύθμιση παύει να ισχύει από την έναρξη της εφαρμογής της, η οφειλή επιστρέφει στο προηγούμενο καθεστώς (πριν από την εφαρμογή της ευνοϊκής ισοτιμίας) και γίνεται άμεσα απαιτητή στο σύνολό της. Επίσης, η νέα ρύθμιση μέσω της βελτιωμένης ισοτιμίας μετατροπής του ελβετικού φράγκου σε ευρώ ισοδυναμεί πρακτικά με κούρεμα του άληκτου κεφαλαίου του δανείου. Δεν λειτουργεί αθροιστικά σε προηγούμενη τυχόν άφεση μέρους της οφειλής. Ο δανειολήπτης μπορεί να την επιλέξει, σε αυτή την περίπτωση όμως θα εφαρμοστεί στο ποσό της οφειλής πριν από τη ρύθμιση που προηγήθηκε, με αφαίρεση των ενδιάμεσων καταβολών κεφαλαίου.