Αυξήσεις στις συντάξεις χηρείας, με «παράθυρο» αναδρομικών διεκδικήσεων για προηγούμενα έτη έρχονται στο τέλος Αυγούστου για σχεδόν 8.500 συνταξιούχους του Δημοσίου.
Οι αυξήσεις ισοδυναμούν με διπλασιασμό των συντάξεων χηρείας καθώς καταργούνται οι διατάξεις του νόμου 4387/2016 για όσους καθίστανται συνταξιούχοι λόγω θανάτου μετά τις 13/5/2016, οι οποίες προέβλεπαν ότι μετά την πρώτη τριετία η σύνταξη χηρείας από το 70% μειώνεται στο 35% της σύνταξης του θανόντος, εφόσον ο δικαιούχος της σύνταξης χηρείας λαμβάνει και δική του σύνταξη, ή εργάζεται.
Για παράδειγμα, συνταξιούχος του Δημοσίου που έπαιρνε σύνταξη χηρείας 966 ευρώ από σύνταξη θανόντος 1.380 και κατέβηκε στα 483 ευρώ, θα πάρει αύξηση 483 ευρώ και η σύνταξη θα επανέλθει στα 966 ευρώ από τον Σεπτέμβριο.
Οι περικοπές αυτές επιβλήθηκαν από το 2020 σε 8.469 συνταξιούχους του Δημοσίου, ενώ είχαν παγώσει και δεν εφαρμόστηκαν σε περίπου 75.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη χηρείας.
Με την κατάργηση των περικοπών που προβλέπει η νομοθετική ρύθμιση του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που ψηφίστηκε την Τρίτη στη Βουλή, οι μεν 8.469 συνταξιούχοι θα δουν από το τέλος Αυγούστου τη σύνταξη χηρείας να διπλασιάζεται από το 35% στο 70%, ενώ οι 75.000 δικαιούχοι του ιδιωτικού τομέα δεν θα υποστούν ποτέ τις ίδιες μειώσεις, ούτε θα κληθούν να επιστρέψουν τα επιπλέον ποσά που είχαν καταβληθεί χωρίς να γίνει η περικοπή από το 70% στο 35%.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο για τις περικοπές
Την ίδια στιγμή, όμως, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει παρατηρήσεις για την έλλειψη ενιαίας αντιμετώπισης των συνταξιούχων χηρείας μετά τις 13/5/2016 και ανοίγει παράθυρο διεκδίκησης αναδρομικών αυξήσεων από τους 8.469 συνταξιούχους του Δημοσίου στους οποίους επιβλήθηκαν οι περικοπές.
Στην γνωμοδότησή του για τη διάταξη του υπουργείου Εργασίας το Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει μεν θετική την συνολική ρύθμιση θεωρώντας ότι το δημοσιονομικό κόστος των 48,4 εκατ. ευρώ ετησίως που προκαλεί υπερκαλύπτεται από τα έσοδα του ΕΦΚΑ, πλην όμως όπως αναφέρει υπάρχει το ενδεχόμενο να εγείρουν αξιώσεις οι συνταξιούχοι που έχουν ήδη υποστεί περικοπές (8.469), επειδή δεν υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση με όσους δεν είχαν υποστεί τις ίδιες μειώσεις.
Τυχόν αναδρομική διεκδίκηση θα καλύπτει το διάστημα από το 2020 ως το 2026 κατά το οποίο οι 8.469 συνταξιούχοι έπαιρναν τη σύνταξη χηρείας στο 35% και οι υπόλοιποι στους οποίους δεν έγινε περικοπή έπαιρναν το 70%.
Ειδικότερα, στη σκέψη 12 της γνωμοδότησής του το Ελεγκτικό Συνέδριο λέει τα εξής: «Λόγω του μη ενιαίου -για το σύνολο των συνταξιούχων- τρόπου εφαρμογής της περικοπής της σύνταξης χηρείας μετά την πρώτη τριετία (από το 70% στο 35%), δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο έγερσης αξιώσεων ενώπιον των δικαστηρίων από τους συνταξιούχους που υπέστησαν την εν λόγω περικοπή, με αίτημα την αναδρομική επιστροφή των σχετικών ποσών μεταξύ του 35% και του 70% της σύνταξης».
Οι δύο εθνικές συντάξεις
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόβλεψη για τη διατήρηση των δύο εθνικών συντάξεων. Αν και η διάταξη δεν εφαρμόστηκε, ο νόμος Κατρούγκαλου προέβλεπε ότι οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν μία εθνική σύνταξη από δικό τους ασφαλιστικό δικαίωμα και μία μέσω της σύνταξης χηρείας θα έπαιρναν μια εθνική σύνταξη (446,87 ευρώ σήμερα) και θα έχαναν την εθνική σύνταξη χηρείας (312 ευρώ).
Με τη ρύθμιση του υπουργείου όμως παραμένουν και οι δυο εθνικές συντάξεις και περίπου 122.000 συνταξιούχοι που λαμβάνουν δυο εθνικές συντάξεις (γήρατος, ή αναπηρίας και χηρείας) τις διατηρούν χωρίς μείωση.
Ποιοι μένουν εκτός από τη ρύθμιση
Εκτός της νέας ρύθμισης μένουν περίπου 60.000 συντάξεις χηρείας του Δημοσίου που είχαν απονεμηθεί πριν από τις 13 Μαΐου 2016 και δεν είχαν εφαρμοστεί σε αυτές οι διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου. Οι συγκεκριμένες συντάξεις εξακολουθούν να διέπονται από το προγενέστερο καθεστώς που προβλέπει ότι εφόσον και οι δυο συντάξεις (γήρατος και χηρείας) καταβάλλονται από το Δημόσιο ο συνταξιούχος επιλέγει ποια από τις δυο θα καταβάλλεται μειωμένη κατά 75%.
Στα ταμεία του ιδιωτικού τομέα αντιθέτως η σύνταξη χηρείας καταβάλλεται στο 70% χωρίς μείωση.
Το πρόβλημα λοιπόν σε όσους έμειναν εκτός της ρύθμισης εντοπίζεται στο Δημόσιο και για να λυθεί απαιτείται να τροποποιηθεί το π.δ. 169/2007, γιατί σύμφωνα με τις διατάξεις του δεν χορηγείται εκ του Δημοσίου Ταμείου διπλή σύνταξη με δεδομένο το γεγονός ότι το Δημόσιο, μέχρι την ένταξή του στον ΕΦΚΑ, δεν ήταν ασφαλιστικός φορέας και ως εργοδότης δεν κατέβαλε εισφορές για τη μεγαλύτερη μερίδα ασφαλισμένων του.