Μέχρι και 19 χρόνια αποταμίευσης χρειάζεται σήμερα ένα νέο ζευγάρι στην Ελλάδα μόνο και μόνο για να συγκεντρώσει την προκαταβολή αγοράς μιας κατοικίας.
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι αυτό το χρονικό διάστημα δεν αφορά την αποπληρωμή του ίδιου του σπιτιού, αλλά αποκλειστικά το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται για να μπορέσει κάποιος να πάρει στεγαστικό δάνειο και να περάσει από την ενοικίαση στην ιδιοκατοίκηση.
Τα υψηλά ενοίκια, το αυξημένο κόστος ζωής και η περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης διαμορφώνουν, πλέον, ένα ασφυκτικό περιβάλλον ακόμη και για νοικοκυριά με σταθερά και σχετικά υψηλά εισοδήματα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Prosperty, το μεγαλύτερο στεγαστικό εμπόδιο για τη νέα γενιά δεν είναι τόσο η μελλοντική μηνιαία δόση ενός στεγαστικού δανείου, όσο η αδυναμία συγκέντρωσης της απαραίτητης προκαταβολής και των εξόδων αγοράς.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη βαθιά αλλαγή που συντελείται στην ελληνική αγορά κατοικίας τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα παραμένει μεν χώρα με υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης, ωστόσο η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά σε σχέση με το παρελθόν. Ενώ το 2005 τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης κινούνταν περίπου στο 84%-86%, σήμερα περίπου τρεις στους δέκα κατοίκους ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία, με την ενοικίαση να αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση για τους νέους ηλικίας 25 έως 34 ετών, οι οποίοι δυσκολεύονται πλέον να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία. Η γενιά που κάποτε μπορούσε στα 30 της να αγοράσει σπίτι έχει αντικατασταθεί από μια γενιά που στα 30 συνεχίζει να νοικιάζει ή να μένει στο πατρικό σπίτι, καθώς η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικογενειακή οικονομική στήριξη.
Γιατί χρειαζόμαστε 19 χρόνια για να αγοράσουμε ένα σπίτι;
Το πρώτο παράδειγμα που παρουσιάζει η έρευνα αφορά ένα ζευγάρι με καθαρό οικογενειακό εισόδημα περίπου 3.000-3.500 ευρώ τον μήνα και ένα παιδί, το οποίο ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία περίπου 90-100 τετραγωνικών μέτρων, πληρώνοντας ενοίκιο 900 έως 1.000 ευρώ μηνιαίως. Το νοικοκυριό επιθυμεί να αποκτήσει κατοικία αξίας περίπου 320.000 έως 400.000 ευρώ.
Για την αγορά ενός τέτοιου ακινήτου απαιτείται αρχικό κεφάλαιο περίπου 80.000 ευρώ, καθώς ο αγοραστής πρέπει να καλύψει τόσο την προκαταβολή του στεγαστικού δανείου όσο και τα έξοδα μεταβίβασης. Ωστόσο, το υψηλό ενοίκιο και οι καθημερινές ανάγκες, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις και λοιπά έξοδα, περιορίζουν σημαντικά τη δυνατότητα αποταμίευσης. Έτσι, το συγκεκριμένο ζευγάρι μπορεί να αποταμιεύει περίπου 350 ευρώ τον μήνα, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται περίπου 19 χρόνια μόνο για να συγκεντρωθεί η προκαταβολή.
Αυτό ακριβώς, λοιπόν, είναι το στοιχείο που αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος, τα 19 χρόνια δεν αφορούν την αποπληρωμή του δανείου ή του ίδιου του σπιτιού, αλλά αποκλειστικά το χρονικό διάστημα που απαιτείται ώστε ένα νέο νοικοκυριό να μπορέσει να μπει στην αγορά κατοικίας.
Η οικογενειακή βοήθεια αλλάζει τα πάντα
Η ίδια ανάλυση δείχνει ότι η εικόνα αλλάζει δραστικά όταν υπάρχει οικογενειακή στήριξη. Στο δεύτερο σενάριο, το ζευγάρι φιλοξενείται προσωρινά σε οικογενειακή κατοικία και δεν επιβαρύνεται με ενοίκιο.
Σε αυτή την περίπτωση, το διαθέσιμο ποσό για αποταμίευση αυξάνεται σημαντικά και το νοικοκυριό μπορεί να εξοικονομεί περίπου 1.100 ευρώ τον μήνα. Έτσι, ο χρόνος συγκέντρωσης της προκαταβολής μειώνεται από τα 19 χρόνια περίπου στα 6 χρόνια.
Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με την παρουσίαση, αναδεικνύει μια νέα μορφή κοινωνικής και στεγαστικής ανισότητας. Στην πράξη, προβάδισμα στην αγορά κατοικίας έχουν πλέον όσοι διαθέτουν οικονομική στήριξη από την οικογένεια, είτε μέσω χρηματικής βοήθειας είτε μέσω δωρεάν παραχώρησης κατοικίας. Έτσι, η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξαρτάται όλο και περισσότερο από το οικογενειακό κεφάλαιο και λιγότερο από το ίδιο το εισόδημα του νοικοκυριού.
Ούτε τα υψηλότερα εισοδήματα αρκούν
Η στεγαστική πίεση, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στα χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα. Η έρευνα παρουσίασε και δεύτερο παράδειγμα οικογένειας με καθαρό εισόδημα περίπου 5.000 ευρώ τον μήνα, η οποία αναζητεί μεγαλύτερη κατοικία, 110-120 τετραγωνικών μέτρων, σε καλύτερη περιοχή της Αθήνας.
Η αξία του ακινήτου αγγίζει περίπου τα 450.000 ευρώ, ενώ το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο για προκαταβολή και έξοδα αγοράς φτάνει περίπου τα 110.000 ευρώ. Παρά το υψηλότερο εισόδημα, τα καθημερινά έξοδα, ενοίκιο 1.200 έως 1.300 ευρώ, λογαριασμοί, δραστηριότητες παιδιών, μετακινήσεις και λοιπές υποχρεώσεις, περιορίζουν δραματικά τη δυνατότητα αποταμίευσης.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, το συγκεκριμένο νοικοκυριό καταφέρνει να αποταμιεύει περίπου 400 ευρώ τον μήνα, κάτι που σημαίνει ότι θα χρειαστούν περίπου 23 χρόνια ώστε να συγκεντρωθεί το απαραίτητο κεφάλαιο αγοράς. Αντίθετα, όταν υπάρχει οικογενειακή βοήθεια και μηδενικό ενοίκιο, ο χρόνος μειώνεται περίπου στα 5 χρόνια.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με την Prosperty, αποδεικνύει ότι το στεγαστικό πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνεται βαθιά και στη μεσαία τάξη, ακόμη και σε νοικοκυριά που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν οικονομικά ισχυρά.
Η «χαμένη γενιά» της ιδιοκατοίκησης
Ο διευθύνων σύμβουλος της Prosperty, Αντώνης Μαρκόπουλος, κατά την παρουσίαση της έρευνας σε πρόσφατο συνέδριο, χαρακτήρισε τους νέους ηλικίας 25 έως 34 ετών ως τη «χαμένη γενιά της ιδιοκατοίκησης». Η εικόνα αυτή έχει ασφαλώς και τις κοινωνικές της προεκτάσεις, καθώς σήμερα μόλις το 10% των νέων ηλικίας 25-34 ετών ζουν σε ιδιόκτητο σπίτι, από 25% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2005, ενώ το ποσοστό των ενοικιαστών στο σύνολο του πληθυσμού έχει αυξηθεί σε σχεδόν 33% (3 στους 10 Έλληνες).
Παράλληλα, η Ελλάδα παραμένει από τις χώρες με το υψηλότερο ποσοστό νέων που εξακολουθούν να μένουν με τους γονείς τους. Ο μέσος όρος αποχώρησης από το πατρικό σπίτι φτάνει περίπου τα 30-31 έτη, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται περίπου στα 26 χρόνια. Σε χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία και η Φινλανδία, οι νέοι ανεξαρτητοποιούνται ακόμη και από τα 21 ή 22 τους χρόνια.
«Η Ελλάδα παραμένει χώρα ιδιοκτητών, αλλά δεν είναι πλέον χώρα νέων ιδιοκτητών», σημειώθηκε χαρακτηριστικά.
Η γεωγραφία της κατοικίας αλλάζει
Η στεγαστική κρίση αλλάζει, πλέον, και τον χάρτη της ζήτησης στην Αττική. Όπως επισημάνθηκε, οι αγοραστές μετακινούνται σταδιακά από το «πού θέλω να ζήσω» στο «πού μπορώ οικονομικά να αγοράσω».
Στα βόρεια προάστια, ενδιαφερόμενοι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια στόχευαν στην Κηφισιά στρέφονται πλέον σε πιο προσιτές περιοχές, ενώ όσοι αναζητούσαν κατοικία στο Νέο Ψυχικό μετακινούνται προς το Χαλάνδρι, του Παπάγου, το Μαρούσι ή την Αγία Παρασκευή. Αντίστοιχα, στα νότια προάστια, η Γλυφάδα και το παραλιακό μέτωπο απομακρύνονται πλέον από τις δυνατότητες της μεσαίας κατοικίας, οδηγώντας τη ζήτηση προς περιοχές όπως η Αργυρούπολη, η Ηλιούπολη, ο Άγιος Δημήτριος, το Μοσχάτο, η Καλλιθέα και ο Ταύρος.
Παράλληλα, περιοχές του κέντρου όπως το Παγκράτι, το Κουκάκι και το Μετς, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν σχετικά προσιτές, έχουν γίνει πλέον απαγορευτικές για μεγάλο μέρος των αγοραστών, κυρίως λόγω της εκρηκτικής ανάπτυξης των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb.
Η νέα πραγματικότητα της αγοράς κατοικίας
Σύμφωνα με την εικόνα που παρουσιάστηκε, η στεγαστική κρίση αλλάζει συνολικά τα κριτήρια επιλογής κατοικίας. Οι αγοραστές εγκαταλείπουν σταδιακά την αναζήτηση περιοχών με υψηλό κοινωνικό κύρος και στρέφονται περισσότερο στη λειτουργικότητα, στη συνδεσιμότητα και στην προσιτότητα. Η πρόσβαση στο μετρό, οι εύκολες μετακινήσεις και η δυνατότητα εξεύρεσης μεγαλύτερου χώρου σε χαμηλότερη τιμή αποκτούν, πλέον, μεγαλύτερη σημασία από το prestige μιας περιοχής.
Την ίδια στιγμή, όλο και περισσότεροι ενδιαφερόμενοι στρέφονται σε παλαιότερα ακίνητα που χρειάζονται ανακαίνιση ή διαθέτουν χαμηλότερες προδιαγραφές, καθώς τα νεόδμητα ακίνητα μετατρέπονται σε «όνειρο απατηλό» για μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, οι πολίτες αρχίζουν πλέον να μειώνουν τις προσδοκίες τους προκειμένου να μπορέσουν να αποκτήσουν μια πιο προσιτή κατοικία.