MIA TAINIA ΔΙΧΩΣ ΙΧΝΟΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΙΣΜΟΥ

Η «μαύρη Αθήνα»: Ενα σκληρό οδοιπορικό στη νιγηριανή κοινότητα της πρωτεύουσας μέσα από τον ωμό κινηματογραφικό φακό του Πέτρου Σεβαστίκογλου [βίντεο]

Η «μαύρη Αθήνα»: Ενα σκληρό οδοιπορικό στη νιγηριανή κοινότητα της πρωτεύουσας μέσα από τον ωμό κινηματογραφικό φακό του Πέτρου Σεβαστίκογλου [βίντεο]

Είθισται το φλέγον ζήτημα της μετανάστευσης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού να αντιμετωπίζεται μέσα από το κατεστημένο πολιτικά ορθό πρίσμα ενός «αντιρατσιστικού καθωσπρεπισμού», τον οποίο βλέπουμε καθημερινά να αναπαράγεται από τα ΜΜΕ ως αντιστάθμισμα στην άνοδο της εθνικιστικής ακροδεξιάς στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα.

Η συγκλονιστική τελευταία ταινία του κινηματογραφιστή Πέτρου Σεβαστίκογλου με τίτλο: Attractive Illusion, απεχθάνεται τα άκρα, αποστασιοποιείται ριζικά από αυτά (ρατσιστικά και αντιρατσιστικά), για να επικεντρωθεί στον καθαυτό ακραίο, σκληρό και ωμό πυρήνα της εμπειρίας του να είσαι  «μαύρος» Νιγηριανός στην Αθήνα. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει αυτή την ταινία μία «δύσκολη» υπόθεση.

Ποιος είναι ο Πέτρος Σεβαστίκογλου

Γεννημένος στη Μόσχα το 1959, ο Πέτρος Σεβαστίκογλου είναι γιος του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργου Σεβαστίκογλου (1913-1990) και της συγγραφέως παιδικών βιβλίων Άλκης Ζέη (1924). Τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Σοβιετική Ένωση όπου ζούσαν οι γονείς του ως πολιτικοί πρόσφυγες. Το 1964 η οικογένεια επέστρεψε με αμνηστία στην Αθήνα, αλλά το 1967 το απριλιανό πραξικόπημα την ανάγκασε να μεταναστεύσει στη Γαλλία.

Ο Σεβαστίκογλου έζησε εκεί μέχρι το 1981 και σπούδασε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Στα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια πολιτικοποιήθηκε στον χώρο της Αριστεράς. Την περίοδο 1981-83 σπούδασε κινηματογράφο στο Ithaca College των Η.Π.Α. Από το 1983 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, στην αρχή ως βοηθός οπερατέρ κοντά στον Γιώργο Αρβανίτη και μετά ως βοηθός σκηνοθέτη κοντά στον Νίκο Κούνδουρο και τον Ροβήρο Μανθούλη.

Ακολούθησαν οι δικές του δημιουργικές δουλειές, στο πεδίο των ταινιών μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ και διαφήμισης, μέχρι το 1997 που γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία στην Οδησσό Άνεμος στην πόλη. Στη συνέχεια, για δέκα χρόνια ασχολήθηκε αποκλειστικά με το θέατρο συνεργαζόμενος με το Εθνικό, το Κ.Θ.Β.Ε. και πολλούς άλλους θιάσους.

Το 2008 προβλήθηκε η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Τρεις στιγμές. Το Attractive Illusion είναι η τρίτη του ταινία και προβλήθηκε στα Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, του Ταλίν και του Καΐρου, στις Νύχτες Πρεμιέρας της Αθήνας και στην Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στο Παρίσι. Διδάσκει σκηνοθεσία του κινηματογράφου στη Σχολή Καλών Τεχνών και υποκριτική στο Εθνικό Θέατρο.

Σε άρθρο του στο chronosmag.eu, με τίτλο Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου Σεβαστίκογλου στη «μαύρη» Αθήνα, ο νεοελληνιστής φιλόλογος Κώστας Καραβίδας γράφει σχετικά με την ταινία:  

Το θέμα της μετανάστευσης και του ρατσισμού έχει εισβάλει από πολλές πόρτες τα τελευταία είκοσι χρόνια στις ευρωπαϊκές κινηματογραφικές αίθουσες. Ωστόσο μόλις τώρα αρχίζει η ευρωπαϊκή φιλμογραφία να αποδίδει πιο σύνθετα και με ωριμότητα την κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τη χαοτική κινητικότητα ανθρώπων των πέντε ηπείρων, κάτω από τη βαριά σκιά της παγκοσμιοποίησης. Ο κινηματογράφος δεν αξιοποιεί πλέον από το μεταναστευτικό μόνο το συγκινησιακό φορτίο αφηγήσεων εμποτισμένων από την παθολογία των καιρών, αλλά μπορεί και συμβάλλει στην ουσιαστική επικοινωνία και κατανόηση των ανθρώπων με το κατακλυσμιαίο πια γύρω τους ξένο, το Άλλο, το ερεθιστικά διαφορετικό.

Το Attractive Illusion του Πέτρου Σεβαστίκογλου είναι μια ταινία που θίγει το ζήτημα της ξενοφοβίας και της μετανάστευσης με λοξή ματιά. Και αυτό γιατί δεν συμβαδίζει με την εκλεκτική ευαισθησία των Ελλήνων κινηματογραφιστών προς τους αδύναμους μετανάστες, η οποία τα τελευταία χρόνια ακολουθούσε εν πολλοίς τον αναποτελεσματικό και αφηρημένο ανθρωπισμό της ρητορικής της Αριστεράς. Μιας ανθρωπιστικής δηλαδή πολιτικής από την οποία απουσιάζει η στρατηγική και η οποία περιορίζεται σε κινήσεις αλληλεγγύης και υποστήριξης στη βάση του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στοιχεία προφανώς αναγκαία αλλά επίσης προφανώς ανεπαρκή για να αντιμετωπιστεί η ανασφάλεια που παράγει η ρευστότητα των νέων καιρών και η κανιβαλική ανθρωποφαγία του νεοφασισμού. Αυτό που έλειπε και λείπει δραματικά, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, είναι η βαθύτερη κατανόηση.

Σε απόσταση από τον «αντιρατσιστικό καθωσπρεπισμό»

Ό,τι εντυπωσιάζει στην ταινία του Σεβαστίκογλου, η οποία πραγματεύεται τη ζωή της νιγηριανής κοινότητας στην Αθήνα, και που της δίνει αυτό το λοξό και καθόλου political correct βλέμμα, είναι η σκληρότητα με την οποία αυτοπαρουσιάζονται οι ίδιοι οι μετανάστες. Ο ιστός της πλοκής δένεται γύρω από πέντε πρόσωπα που όλα, άλλος λιγότερος κι άλλος περισσότερο, εμπλέκονται σε παραβατικές συμπεριφορές. Οι δυο γυναίκες καταλήγουν πόρνες, ο ένας άντρας είναι επιχειρηματίας της νύχτας, ο άλλος μπράβος του και ο τρίτος αλαφροΐσκιωτος πωλητής CD.

Η ταινία βασίζεται σε σενάριο που συνδιαμόρφωσαν οι Νιγηριανοί, μη επαγγελματίες στην πλειονότητά τους, ηθοποιοί με τον σκηνοθέτη. Ο Σεβαστίκογλου θέτοντας σε λειτουργία το δικό του ένστικτο της ξενότητας, όντας ο ίδιος no land's man, άφησε πολύ χώρο στους μετανάστες-ηθοποιούς για αυτοσχεδιασμούς, γεγονός που έδωσε στην ταινία μια συνθήκη ωμής αλήθειας στη μεθόριο της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας. Οι Νιγηριανοί της Αθήνας στήσανε μια ταινία για να στείλουν το δικό τους μήνυμα στους συμπατριώτες τους ότι η Ελλάδα, η Ευρώπη, η Δύση, δεν είναι πια ο παράδεισος αλλά μια ελκυστική ψευδαίσθηση (attractive illusion). Ο σκηνοθέτης έδωσε τη δυνατότητα σε μια κοινότητα –καθόλου φαντασιακή– να αφηγηθεί την ιστορία της. Και το σπουδαίο είναι ότι αυτή η αφήγηση δεν υπέκυψε στους κανόνες που δεσμεύουν συνήθως τέτοιες απόπειρες, κατευθύνοντας το αποτέλεσμα προς τη μυθοποίηση, την υπερβολή, την αποσιώπηση, την ωραιοποίηση. Αντιθέτως, η ταινία προβάλλει την ανθρώπινη πλευρά του μεταναστευτικού δράματος, επιμένοντας στις διαδικασίες θυματοποίησης των μεταναστών και στο πέρασμά τους, διαμέσου των συνθηκών, από την αθωότητα στην παρανομία, διαστάσεις που δεν έχει εξηγήσει επαρκώς στον αφηρημένο ανθρωπισμό της η... Αριστερά της Υπατίας.

Το μεγάλο προσόν της ταινίας είναι ότι αποφεύγει την κλισέ συναισθηματική υπεράσπιση των αθώων μεταναστών, αλλά προχωρά ένα επίπεδο παραπέρα δείχνοντας ότι ο ρατσισμός είναι εσωτερικευμένη συμπεριφορά. Τα ίδια τα θύματα του ρατσισμού πολύ συχνά είναι φορείς κοινωνικών και εθνοτικών στερεοτύπων. Γι' αυτό και στην ταινία δεν αποκρύπτεται το σκληρό τους πρόσωπο, η βία, η παραβατικότητα, οι προκαταλήψεις που συνυπάρχουν με το παραισθητικό όνειρο και τη μάταιη ελπίδα μιας ζωής άνετης και λαμπερής, κατά μίμηση του δυτικού, απολεσθέντος προτύπου. Άλλη πικρή αλήθεια την οποία διατυπώνει η ταινία, με τα μάτια των μεταναστών, και η οποία ενδεχομένως θα καθησύχαζε τους ξενοφοβικούς, είναι ότι η ενσωμάτωση στην ξένη χώρα είναι μια διαδικασία ψυχολογική, σχεδόν αντανακλαστική, που συντελείται ερήμην συχνά των πολιτικών και των νομοσχεδίων. Η ανθρώπινη ανάγκη για αποδοχή θέτει τους μετανάστες σε αδύναμη θέση ως προς την ταυτότητά τους και η αφομοίωσή τους είναι ζήτημα χρόνου.

Μια επιπόλαιη ανάγνωση της ταινίας, από την οπτική της επιφυλακτικότητας προς τους μετανάστες και που δεν λαμβάνει υπόψη τις αναγωγές που ζητά ο σκηνοθέτης, θα μπορούσε να καταλήξει στο αφελές και απλοϊκό συμπέρασμα ότι οι μετανάστες όντως συμβάλλουν στην αύξηση της εγκληματικότητας και της παραβατικότητας. Ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να προκαλέσει τα αντανακλαστικά του θεατή, αποφεύγοντας την ευκολία της μυθοποίησης των ξένων, και του πιστώνεται η διάθεση για πιο σύνθετη προσέγγιση. Ο σκοπός του παραμένει ξεκάθαρος: η γνώση είναι προϋπόθεση για την κατανόηση.

Η μαύρη πλευρά μιας σκοτεινής ηπείρου

Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας (Ζίγκμουντ Μπάουμαν), μετά την κρίση του 2008, διαρκώς διογκώνονται και η εν λόγω παραγωγική βιομηχανία μετατοπίζεται και στο ίδιο το κέντρο του παγκόσμιου και πανευρωπαϊκού συστήματος. Βγαίνοντας από την αίθουσα μετά την προβολή του Attractive Illusion άρχισα να σκέφτομαι ότι η Δύση δεν είναι ελκυστική ψευδαίσθηση πια μόνο για τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες αλλά και για τους ίδιους τους Ευρωπαίους. Η αίσθηση της ξενότητας και του ανοίκειου είναι εξαπλωμένη σε πολίτες των ευρωπαϊκών πόλεων που οι ρευστοί καιροί τούς μετέτρεψαν σε απόβλητους. Όσο η Ευρώπη συνεχίζει αυτή τη μακάβρια παραγωγή ανθρώπων-απορριμμάτων, ακόμα και στο εσωτερικό της, οι ταινίες με θέμα το μεταναστευτικό δεν θα έχουν εθνικό πρόσημο, ενώ ολοένα και περισσότερο θα δημιουργούν συνθήκες ταύτισης ακόμα και στους Ευρωπαίους πολίτες, είτε αυτοί είναι μετανάστες είτε δεν είναι. Σε μια τέτοια γραμμή μετεθνικής προσέγγισης του μεταναστευτικού βρέθηκε άλλωστε και το ιρανικής παραγωγής ντοκιμαντέρ του Ιρανοελβετού σκηνοθέτη Καβέ Μπαχτιαρί L'escale που προβλήθηκε πρόσφατα στις Κάννες και καταγράφει τη ζωή και τα προβλήματα στην Ελλάδα έξι μεταναστών από το Ιράν και μιας γυναίκας από την Αρμενία. Και σε αυτή την ταινία όπως και στο Attractive Illusion, η Αθήνα θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη, οι μετανάστες θα μπορούσαν να είναι οι Ευρωπαίοι πολίτες.

Στην ταινία του Σεβαστίκογλου η Αθήνα ως μετωνυμία της Ευρώπης είναι μια πόλη που δεν προσφέρει ευκαιρίες, ένα σκελετωμένο ερείπιο. Φτώχεια, γκετοποίηση, παραβατικότητα, περιθωριοποίηση, πορνεία, ναρκωτικά, λαθρεμπόριο, βία, οπλοχρησία, θρησκοληψία, αυτά είναι το εκρηκτικό μείγμα πάνω στο οποίο βασίζεται μία κατά τα άλλα ιστορία αγάπης που είναι το υπέδαφος της ταινίας. Γιατί στην πραγματικότητα και αυτή η ταινία του Σεβαστίκογλου, όπως και οι προηγούμενες, έχει στον θεματικό της πυρήνα την επικοινωνία και τη σχέση με τον άλλο και τον εαυτό, όχι διά της πάντοτε υπαρκτής στο έργο του συναισθηματικής πλοκής, αλλά πάνω στο έδαφος που στήνει η πλοκή για να ειπωθούν όσα είναι να ειπωθούν. Το αισθητικό ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται σε μια έξυπνη αναστροφή του σκηνοθέτη, που από τον «ρεαλιστικό συμβολισμό» των Τριών στιγμών (της προηγούμενης ταινίας) μεταβαίνει λεπταίσθητα στον «συμβολιστικό ρεαλισμό» του Attractive Illusion.

Η Ευρώπη, τελευταία, κλείνει σαν όστρακο, όμως η κατά Μπάουμαν αναζήτηση της «κοινής μας ανθρώπινης υπόστασης» παραμένει γι' αυτήν η κρισιμότερη και πιο επείγουσα πρόκληση από όσες γνώρισε μεταπολεμικά. Ο κινηματογράφος, κατεξοχήν μέσο που αφουγκράζεται με προσοχή τα κύματα της εποχής, προσέρχεται σε αυτές τις αναζητήσεις πιο υποψιασμένος απέναντι στις αυτοκτόνες τάσεις των νέων ευρωπαϊκών ηθών. Και η ταινία του Σεβαστίκογλου είναι καλό δείγμα αυτής της νέας οπτικής.

Για να παρακολουθήσετε συνέντευξη του Πέτρου Σεβαστίκογλου, καθώς και αποσπάσματα από την ταινία, πατήστε εδώ (www.chronosmag.eu).

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.