Αντιμέτωπη με μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις στην ιστορία της βρίσκεται η Washington Post του Τζεφ Μπέζος, η εμβληματική αμερικανική εφημερίδα γνωστή για το σύνθημά της «Η Δημοκρατία Πεθαίνει στο Σκοτάδι».
Η είδηση για επικείμενες μεγάλες περικοπές έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στους εργαζόμενους - που έχουν εκφράσει και παλαιότερα την αγωνία τους για την πορεία της εφημερίδας - αλλά και στους αναγνώστες, ενώ παράλληλα εγείρονται ερωτήματα για τον ρόλο του δισεκατομμυριούχου ιδιοκτήτη της.
Σύμφωνα με πρώην συντάκτη της εφημερίδας, ο Μπέζος φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στην προσωπική του πολιτική και επιχειρηματική επιβίωση, παρά στη διατήρηση του κύρους και της αξιοπιστίας ενός από τα πιο σημαντικά δημοσιογραφικά ιδρύματα στις ΗΠΑ.
Η κριτική ενός πρώην συντάκτη
Ο Γκλεν Κέσλερ, πρώην επαληθευτής στοιχείων, κατηγόρησε τον Μπέζος ότι επιλέγει στρατηγικά να «επιβιώσει» στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ αντί να προστατεύσει την εφημερίδα. Σε άρθρο του με τίτλο «Η παράδοση ενός δισεκατομμυριούχου» («A Billionaire’s Surrender»), σημειώνει ότι ο Μπέζος - ο οποίος είχε περιουσία 25 δισ. δολαρίων όταν αγόρασε την Post το 2013 και πλέον εκτιμάται ότι διαθέτει περίπου δεκαπλάσια περιουσιακά στοιχεία -, δεν αντιμετωπίζει τις οικονομικές απώλειες της εφημερίδας ως πραγματικό πρόβλημα.
Όπως γράφει ο Κέσλερ, ακόμη και αν οι ζημίες της WP φτάνουν τα 100 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, για τον Μπέζος αυτό θα σήμαινε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την εφημερίδα για 2.500 χρόνια χωρίς πρόβλημα.
Η κίνηση για περικοπές προσωπικού, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν φαίνεται να έχει οικονομική βάση, αλλά να συνδέεται με την πολιτική και την επιρροή απέναντι στον Τραμπ.
Η αρχική φιλοδοξία και οι πρώτες δεσμεύσεις του Μπέζος
Όταν ο Μπέζος αγόρασε την εφημερίδα, η δέσμευσή του ήταν σαφής: η Post θα παρέμενε ανεξάρτητη και αφοσιωμένη στους αναγνώστες της, όχι στις προσωπικές φιλοδοξίες του ιδιοκτήτη. Την περίοδο της πρώτης θητείας του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Post ενίσχυσε την αποστολή της, αύξησε το προσωπικό και λάνσαρε το νέο σύνθημα «Η Δημοκρατία Πεθαίνει στο Σκοτάδι».
Σύμφωνα με τον Κέσλερ, ο Μπέζος δεν επενέβη ποτέ στην κάλυψη ειδήσεων, ακόμη και σε θέματα που αφορούσαν στην Amazon ή στην προσωπική του ζωή. Ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι, αν ο Τραμπ επανεκλεγόταν, θα μπορούσε να υπάρξει πρόβλημα, αλλά θεωρούσε ότι η εφημερίδα θα έπρεπε απλώς να κάνει τη δουλειά της με ακρίβεια και αμεροληψία.
Η αλλαγή στρατηγικής και η προσέγγιση του Τραμπ
Μετά τη νίκη του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024 ο Μπέζος φαίνεται να αναθεώρησε την προσέγγισή του. Σύμφωνα με τον Κέσλερ, η εκτίμηση του δισεκατομμυριούχου ήταν ότι μια δεύτερη θητεία Τραμπ θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για την περιουσία και την επιρροή του.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αποφάσεις για περικοπές προσωπικού φέρονται να αντικατοπτρίζουν μια στρατηγική προσέγγισης της κυβέρνησης Τραμπ.
Παράλληλα, η επένδυση της Amazon στο ντοκιμαντέρ «Melania» για την Μελάνια Τραμπ και η συμμετοχή του Μπέζος στην τελετή ορκωμοσίας του Τραμπ τονίζουν αυτή τη στροφή από κριτικό σε πιο «συνεργάσιμο» προς τον ένοικο του Λευκού Οίκου.
Αντίκτυπος στην Washington Post και το προσωπικό
Η είδηση για τις επικείμενες απολύσεις προκαλεί αναστάτωση σε ολόκληρη τη WP. Περίπου 800 δημοσιογράφοι εργάζονται αυτή τη στιγμή στην εφημερίδα, και οι φήμες αναφέρουν ότι οι περικοπές μπορεί να φτάσουν έως και τα 300 άτομα. Τα τμήματα που φαίνεται να πλήττονται περισσότερο είναι εκείνα που καλύπτουν τα διεθνή, τα αθλητικά και τα τοπικά νέα.
Η κατάσταση έχει χαρακτηριστεί «πένθιμη» από πολλούς εργαζόμενους, ενώ έχουν προγραμματιστεί κινητοποιήσεις και απεργιακές δράσεις για να ασκηθεί πίεση στον Μπέζος και τη διοίκηση της Post. Στο πλαίσιο αυτό, η καμπάνια #SaveThePost προσπαθεί να συγκεντρώσει υποστήριξη και να τραβήξει την προσοχή του ιδιοκτήτη, μέσω επιστολών, βίντεο και δημοσιεύσεων στα κοινωνικά δίκτυα.
Η σιωπή του Μπέζος
Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις, ο Μπέζος δεν έχει απαντήσει στις επιστολές των εργαζομένων. Τρεις κύριες επιστολές που φέρουν τις υπογραφές δεκάδων δημοσιογράφων ζητούσαν την προστασία των τομέων διεθνών ειδήσεων και τοπικής κάλυψης, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει καμία αντίδραση.
Η αδιαφορία αυτή εντείνει την ανησυχία για την κατεύθυνση που παίρνει η εφημερίδα, καθώς οι αποφάσεις για τις απολύσεις φαίνεται να είναι στο χέρι του ιδιοκτήτη. Σύμφωνα με εργαζόμενους η Post βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής, αφού αν πραγματοποιηθούν οι περικοπές, η ποιότητα και η εμβέλεια της δημοσιογραφίας της θα υποβαθμιστούν δραματικά.
Οι αποφάσεις που προκάλεσαν αναταράξεις
Η αμφιλεγόμενη στάση του Μπέζος ξεκίνησε ήδη πριν τις φήμες για περικοπές. Τον Οκτώβριο του 2024, απαγόρευσε την προγραμματισμένη στήριξη της υποψηφιότητας της Κάμαλα Χάρις από την εφημερίδα, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, προκαλώντας μαζικές ακυρώσεις συνδρομών.
Παράλληλα, προχώρησε σε αναδιάρθρωση των άρθρων γνώμης, επικεντρώνοντας την αρθρογραφία σε «προσωπικές ελευθερίες και ελεύθερη αγορά», οδηγώντας στην παραίτηση κορυφαίων συντακτών και στην αποχώρηση αρκετών δημοσιογράφων. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί ένα σημαντικό κομμάτι της επιρροής της Post και να υποχωρήσει στην κατάταξη των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης.
Η Washington Post χάνει έδαφος
Η εφημερίδα συνεχίζει να παράγει έρευνα και αναλύσεις, αλλά η επιρροή της μειώνεται. Σύμφωνα με ανάλυση του στατιστικολόγου και πολιτικού αναλυτή Νέιτ Σίλβερ, η Post έχει πέσει πλέον πίσω από μέσα όπως τα Politico και Axios, ενώ οι New York Times παραμένουν ισχυροί σε επιρροή και καινοτομία.
Αυτό το κενό φαίνεται να ωφελεί τον Τραμπ, ο οποίος συνεχίζει να κριτικάρει τα ΜΜΕ, υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να βελτιωθούν για να παραμείνουν αξιόπιστα». Η εικόνα μιας WP με μειωμένη αξιοπιστία και προσωπικές παρεμβάσεις του ιδιοκτήτη της συμβάλλει στην ανατροπή του τοπίου των αμερικανικών media.
Μια εφημερίδα σε σταυροδρόμι
Η Washington Post βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο: η ιστορική της δέσμευση στην αλήθεια και τη δημοσιογραφία κινδυνεύει από τις στρατηγικές αποφάσεις του ιδιοκτήτη της. Η σιωπή του Μπέζος απέναντι στις ανησυχίες των δημοσιογράφων και η εστίασή του - όπως τον κατηγορούν - σε προσωπικά και πολιτικά συμφέροντα υπονομεύουν την αίσθηση ανεξαρτησίας που την έκανε κάποτε μια από τις πιο αξιόπιστες εφημερίδες στον κόσμο.
Όπως επισημαίνουν πρώην και νυν εργαζόμενοι, η πορεία της Washington Post τα επόμενα χρόνια θα καθορίσει όχι μόνο την τύχη της ίδιας της εφημερίδας, αλλά και το μέλλον του ελεύθερου Τύπου στις ΗΠΑ.