Η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, με την ανάκτηση του ελέγχου και των δύο Σωμάτων του Κογκρέσου, ανατρέπει τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, ενώ οι επιδράσεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα αμερικανικά σύνορα.
- Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί τις βασικές εξουσίες του στην εμπορική πολιτική, παρά την εκλογική ήττα. Η απειλή για νέους δασμούς στην Ευρώπη παραμένει, καθώς μπορεί να δρα μονομερώς, χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
- Η νίκη των Δημοκρατικών δημιουργεί περιθώρια για ενίσχυση της βοήθειας προς την Ουκρανία, όμως ο Λευκός Οίκος διατηρεί τη δυνατότητα να μπλοκάρει εγκεκριμένα κονδύλια, καθυστερώντας την εκταμίευσή τους και καθιστώντας την υποστήριξη αβέβαιη.
- Αναλυτές προειδοποιούν για πιθανή αύξηση της έντασης στις ευρωαμερικανικές σχέσεις, καθώς ο Τραμπ μπορεί να θελήσει να επιβεβαιώσει την εξουσία του. Παράλληλα, εντείνεται η ανησυχία για μια μονομερή συμφωνία του με τη Μόσχα.
- Η ενεργειακή κρίση αποτελεί ένα ακόμη μέτωπο πίεσης για την Ευρώπη, ενώ η εσωτερική πολιτική σύγκρουση στις ΗΠΑ ενδέχεται να απορροφήσει την Ουάσιγκτον, περιορίζοντας την ενασχόλησή της με τις διεθνείς υποθέσεις.
Για την Ευρώπη, το αποτέλεσμα δημιουργεί νέα δεδομένα, χωρίς ωστόσο να συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή στην εξωτερική και εμπορική πολιτική του Λευκού Οίκου.
Οι δύο βασικοί «φάκελοι» που παρακολουθούν οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι οι εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, υπό τη σκιά της απειλής των αμερικανικών δασμών, και η συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Παράλληλα, κρίσιμα ερωτήματα ανακύπτουν για τη στάση του Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ, τη Ρωσία και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αλλά και για το ενδεχόμενο η πολιτική αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον να απορροφήσει τόσο τον πρόεδρο όσο και τους Δημοκρατικούς, περιορίζοντας την ενασχόλησή τους με τις διεθνείς εξελίξεις.
Όλα είναι ανοιχτά, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: οι πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ έχουν άμεση επίδραση στην Ευρώπη.
Οι δασμοί και η Ουκρανία παραμένουν στα χέρια του Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι αποδέχεται το εκλογικό αποτέλεσμα, επιχειρώντας ωστόσο να υποβαθμίσει την προσωπική του ευθύνη. «Δεν το θεωρώ πλήγμα για εμένα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, έστειλε αντιφατικά μηνύματα ως προς τη μελλοντική του στάση απέναντι στους Δημοκρατικούς. Από τη μια, προανήγγειλε ότι θα χρησιμοποιήσει το προεδρικό βέτο για να εμποδίσει την ατζέντα τους. Από την άλλη, δήλωσε στους «New York Times» ότι είναι διατεθειμένος να συνεργαστεί μαζί τους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Euronews, η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ χάνει αυτομάτως τις βασικές εξουσίες του στην εμπορική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις.
Η απειλή επιβολής νέων δασμών στην Ευρώπη δεν αναμένεται να εξαφανιστεί, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί τη δυνατότητα να κινείται χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, που ακύρωσε τους δασμούς τους οποίους είχε επιβάλει επικαλούμενος κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η αμερικανική κυβέρνηση μετέφερε τη νομική βάση της εμπορικής της πολιτικής στο Άρθρο 301 της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας. Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει στον πρόεδρο να προχωρά σε εμπορικά μέτρα χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη ψηφοφορία στο Κογκρέσο.
Οι Δημοκρατικοί μπορούν να εντείνουν τις ακροάσεις, να ασκήσουν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να καθυστερήσουν τον διορισμό προσώπων που προτείνει ο Τραμπ, αλλά δεν μπορούν εύκολα να αφαιρέσουν από τον Λευκό Οίκο αυτή την εξουσία.
Ο Τζέιμς Σμιθ, οικονομολόγος της ολλανδικής τράπεζας ING με ειδίκευση στις ανεπτυγμένες οικονομίες, εκτιμά μάλιστα ότι η πολιτική σύγκρουση στην Ουάσιγκτον ενδέχεται να οδηγήσει τον Τραμπ σε ακόμη μεγαλύτερη αξιοποίηση των μονομερών εξουσιών του.
«Όπως και στην εξωτερική πολιτική, το εμπόριο αποτελεί έναν ακόμη τομέα στον οποίο ο πρόεδρος μπορεί να ασκεί εξουσία μονομερώς, χωρίς το Κογκρέσο», ανέφερε σε σημείωμά του πριν από τις εκλογές. Δεν απέκλεισε, επίσης, την επιβολή νέων δασμών στην Ευρώπη, οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και τις αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Τι αλλάζει στη στήριξη της Ουκρανίας
Στο μέτωπο της Ουκρανίας, η νίκη των Δημοκρατικών δημιουργεί περιθώρια για την ενίσχυση της αμερικανικής βοήθειας προς το Κίεβο. Με τον έλεγχο των επιτροπών της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί θα έχουν μεγαλύτερη επιρροή στις διαδικασίες έγκρισης των υποψηφίων που προτείνει ο Τραμπ, ενώ πολλοί εξ αυτών επιθυμούν την έγκριση νέων κονδυλίων για την Ουκρανία.
Το πρόβλημα, ωστόσο, όπως υπογράμμισε το ευρωπαϊκό μέσο ενημέρωσης, δεν βρίσκεται μόνο στην έγκριση της χρηματοδότησης, αλλά κυρίως στην εκταμίευσή της. Το προηγούμενο διάστημα, ο Λευκός Οίκος είχε τη δυνατότητα να μπλοκάρει κονδύλια που είχαν ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο, καθυστερώντας τη διάθεσή τους μέχρι τη λήξη του οικονομικού έτους, οπότε και αυτά έπαυαν να είναι διαθέσιμα.
«Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να νομοθετήσει τη διάθεση χρημάτων για την Ουκρανία ή την αναπτυξιακή βοήθεια, αλλά ο πρόεδρος ενδέχεται να μην τα εκταμιεύσει», είχε επισημάνει σε σχόλιό της τον προηγούμενο μήνα η Τζόαν Λι, ερευνήτρια πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR).
Η ίδια προειδοποίησε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μην αντιμετωπίζουν τις εγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις ως δεδομένη βοήθεια.
Politico: Ο Τραμπ θα θελήσει να αποδείξει πως εξακολουθεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο
Από την πλευρά του, το Politico εξετάζει πέντε βασικές παραμέτρους που ενδέχεται να καθορίσουν τις ευρωαμερικανικές σχέσεις μετά την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών, προειδοποιώντας ότι η πολιτική αποδυνάμωση του Τραμπ δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια πιο συνεργατική στάση απέναντι στην Ευρώπη.
Πρώτον, ο Γερμανός διπλωμάτης Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, επί χρόνια επικεφαλής της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, προειδοποιεί ότι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να προετοιμαστούν όχι για μια εξομάλυνση των διατλαντικών σχέσεων, αλλά για περισσότερη ένταση και ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις από την πλευρά του Αμερικανού προέδρου.
Οι Δημοκρατικοί θα έχουν πλέον περισσότερα εργαλεία για να αμφισβητούν τις αποφάσεις του Τραμπ, μέσω των διαδικασιών έγκρισης των κρατικών δαπανών, των ερευνών και των κοινοβουλευτικών ακροάσεων. Θα μπορούν, επίσης, να θέτουν αυστηρότερους όρους σε νομοθετήματα που επιθυμεί να προωθήσει ο Λευκός Οίκος.
Ωστόσο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ διατηρεί σημαντική συνταγματική ευχέρεια στην εξωτερική πολιτική, τη διπλωματία, την εθνική ασφάλεια και το εμπόριο.
Ο Φιλ Γκόρντον, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ Κάμαλα Χάρις, υπογράμμισε ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να ελέγχει τις στρατιωτικές δυνάμεις, τους δασμούς και τις εμπορικές συμφωνίες, ενώ διαθέτει και το προεδρικό βέτο. «Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί πάρουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, μπορεί να ασκήσει βέτο στα νομοσχέδια», σημείωσε.
Το Politico εκτιμά ότι ο Τραμπ θα θελήσει να αποδείξει πως εξακολουθεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο και ότι παραμένει κυρίαρχος των εξελίξεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη, η οποία βρίσκεται εδώ και καιρό στο στόχαστρό του και στο στόχαστρο ισχυρών υποστηρικτών του κινήματος MAGA, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Άλλωστε, απομένουν μόλις δύο χρόνια μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του.
Δεύτερον, η επικράτηση των Δημοκρατικών μπορεί να δημιουργήσει ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον για το Κίεβο, καθώς η πλειονότητα των κορυφαίων στελεχών τους υποστηρίζει σταθερά τη συνέχιση της αμερικανικής βοήθειας, θεωρώντας ότι η υπεράσπιση της Ουκρανίας συνδέεται τόσο με τη διεθνή νομιμότητα και τη δημοκρατία όσο και με τα αμερικανικά συμφέροντα ασφαλείας.
Ωστόσο, η διευθύντρια του βρετανικού ινστιτούτου Chatham House, Μπρόνγουεν Μάντοξ, προειδοποιεί να μην αναμένεται άμεση ανατροπή των δεδομένων υπέρ του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. «Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποφασίσουν να αρχίσουν να στέλνουν περισσότερα πράγματα στο Κίεβο, συμπεριλαμβανομένων χρημάτων, αυτό θα χρειαστεί μήνες για να υλοποιηθεί και ενδεχομένως ακόμη και χρόνια», σημείωσε.
Το σενάριο μιας συμφωνίας με τον Πούτιν
Τρίτο ζήτημα που προκαλεί ανησυχία στην Ευρώπη είναι η πιθανότητα ο Τραμπ να επιδιώξει μια συμφωνία με τη Μόσχα, παρακάμπτοντας τις αντιρρήσεις του Κιέβου και των Ευρωπαίων συμμάχων.
Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης Κερτ Βόλκερ εκτιμά ότι ο πρόεδρος θα μπορούσε να προχωρήσει μονομερώς ακόμη και σε μεγαλύτερη χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και στην επανέναρξη επιχειρηματικών σχέσεων με τη χώρα.
«Μπορώ κάλλιστα να τον φανταστώ να το κάνει μονομερώς, δίνοντας εντολή στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να μην εφαρμόζει τις κυρώσεις και επιδιώκοντας περισσότερες ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία. Έχει συζητήσει με τον Πούτιν την επιστροφή των μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών στη Ρωσία», ανέφερε.
Αντίθετα, ο Βόλκερ θεωρεί λιγότερο πιθανή μια ουσιαστική αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ ή μια μεγάλη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Όπως εξήγησε, ο Τραμπ είναι ουσιαστικά μόνος σε αυτή τη θέση, καθώς δεν διαθέτει την υποστήριξη ούτε των Δημοκρατικών ούτε των Ρεπουμπλικανών, του Κογκρέσου ή των μέσων ενημέρωσης.
Το τέταρτο ζήτημα έχει να κάνει με την ενεργειακή κρίση. Παρά τη σημαντική πτώση που κατέγραψαν οι τιμές του πετρελαίου τη Δευτέρα, με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Αύγουστο, το Brent εξακολουθούσε να διαπραγματεύεται στα 108 δολάρια το βαρέλι.
Εάν ο Τραμπ δεν καταλήξει σε συμφωνία με την Τεχεράνη για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το ενεργειακό σοκ αναμένεται να συνεχιστεί, αυξάνοντας το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη και επιβαρύνοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά. Οι συνέπειες θα μπορούσαν να επηρεάσουν και τις ευρωπαϊκές πολιτικές ισορροπίες, υπογραμμίζει το Politico.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Ryanair, Μάικλ Ο'Λίρι, έχει προειδοποιήσει ότι χωρίς συμφωνία η αεροπορική βιομηχανία θα αντιμετωπίσει «πραγματική κρίση μέχρι τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του επόμενου έτους».
Το Politico επισημαίνει ότι ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες επιλογές: είτε να επανεκκινήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ελπίζοντας ότι το Ιράν θα υποχωρήσει ή ότι θα καταρρεύσει το θεοκρατικό καθεστώς, είτε να κάνει ο ίδιος πίσω είτε να αποχωρήσει από τη σύγκρουση αφήνοντας άλλους, δηλαδή τους Ευρωπαίους ή τους Ασιάτες, να βρουν λύση.5
Το τελευταίο ενδεχόμενο που εξετάζει το Politico είναι η ίδια η εσωτερική πολιτική σύγκρουση στις ΗΠΑ να απορροφήσει τόσο τον Τραμπ όσο και τους Δημοκρατικούς, αφήνοντας λιγότερο χώρο για τη διαχείριση των διεθνών κρίσεων, ακριβώς όπως επισημαίνει και το Euronews.
Παρά τις εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση, το Politico εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον δύσκολα θα αποφύγει μια περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι συγκρούσεις αναμένεται να εκδηλωθούν όχι μόνο μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, αλλά και στο εσωτερικό των δύο κομμάτων, καθώς καλούνται να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική τους ταυτότητα εν όψει της μετα-τραμπικής εποχής.
Για την Ευρώπη, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η εκλογική ήττα του Αμερικανού προέδρου δημιουργεί νέα δεδομένα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να προκαλέσει άμεσα ολική ανατροπή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, η οποία παραμένει εν πολλοίς στα χέρια του Αμερικανού προέδρου. Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές προμηνύουν νέες πολιτικές εξελίξεις με διεθνείς επιπτώσεις το επόμενο διάστημα, έστω και πιο μακροπρόθεσμα, εφόσον επιβεβαιωθεί και ο «χρησμός» των «New York Times» για την «αρχή του τέλους του Τραμπ», σχολιάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα.