Στο επίκεντρο των σημερινών εργασιών της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται η κλιμακούμενη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Ο πόλεμος εισέρχεται ήδη στην τρίτη εβδομάδα, η ένταση κλιμακώνεται επικίνδυνα και οι οικονομικές συνέπειες γίνονται όλο και πιο εμφανείς.
Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές κινούνται σε περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας, καθώς οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου καταγράφουν απότομες διακυμάνσεις, υπό την άμεση επίδραση κάθε νέας γεωπολιτικής εξέλιξης. Μια δήλωση από την Ουάσιγκτον ή ένα πλήγμα σε κρίσιμες υποδομές, όπως η χθεσινή επίθεση στο κοίτασμα South Pars στον Περσικό Κόλπο, αρκεί για να μεταβάλει δραστικά το κλίμα μέσα σε λίγες ώρες.
Εντείνεται η πίεση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες για άμεση αντίδραση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας. Με το φυσικό αέριο να έχει ενισχυθεί περίπου κατά 60% και το πετρέλαιο έως και 40% σε διάστημα λίγων εβδομάδων, η πίεση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες για άμεση αντίδραση εντείνεται. Στο τραπέζι επιστρέφουν εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ενεργειακή κρίση του 2022–2023, ενώ η συζήτηση διευρύνεται ώστε να καλύψει όχι μόνο τις άμεσες αναταράξεις, αλλά και τις βαθύτερες αιτίες που διατηρούν το ενεργειακό κόστος σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα για τη βιομηχανία.
Η σημερινή συζήτηση δεν αφορά απλώς τη διαχείριση μιας ακόμη κρίσης. Αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής ανθεκτικότητας της Ευρώπης, σε μια περίοδο όπου το υψηλό ενεργειακό κόστος και η γεωπολιτική αστάθεια θέτουν υπό πίεση την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Το πρόβλημα, άλλωστε, προϋπήρχε της πρόσφατης κλιμάκωσης, με πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες να λειτουργούν ήδη στα όρια έναντι διεθνών ανταγωνιστών.
Η εξίσωση παραμένει εξαιρετικά σύνθετη. Η απάντηση της Ένωσης καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη άμεσης παρέμβασης και στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και των κανόνων της αγοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, το τρίπτυχο που κυριαρχεί είναι σαφές: ετοιμότητα, ψυχραιμία και συντονισμός.
Το μήνυμα της Αθήνας στις Βρυξέλλες
Από ελληνικής πλευράς, το μήνυμα που μεταφέρεται προς τις Βρυξέλλες είναι ξεκάθαρο: η Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται σε αντιδράσεις εκ των υστέρων. Υπενθυμίζοντας τις καθυστερήσεις του 2022, η Αθήνα ζητά την ύπαρξη μηχανισμών άμεσης ενεργοποίησης, που θα επιτρέπουν συντονισμένες παρεμβάσεις για τη στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Η ανησυχία για ένα νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας και πληθωριστικών πιέσεων επανέρχεται δυναμικά.
Τη γραμμή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνει η επιστολή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προς τους ηγέτες, όπου επιχειρείται μια λεπτή ισορροπία μεταξύ παρέμβασης και τήρησης των βασικών αρχών της αγοράς. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο εξωτερικό σοκ, με σαφείς οικονομικές επιπτώσεις, καθώς η άνοδος των τιμών των ορυκτών καυσίμων αυξάνει το κόστος εισαγωγών και επιβαρύνει την οικονομία. Ωστόσο, με βάση την εμπειρία της προηγούμενης κρίσης, καθίσταται σαφές ότι τα μέτρα δεν μπορούν να είναι οριζόντια, αλλά οφείλουν να είναι προσωρινά, στοχευμένα και δημοσιονομικά ελεγχόμενα.
Σε στρατηγικό επίπεδο, δεν διαφαίνεται πρόθεση για ανατροπή του υφιστάμενου μοντέλου της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Αντίθετα, η κατεύθυνση που προκρίνεται είναι αυτή της συγκρατημένης διαχείρισης, με στοχευμένες παρεμβάσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Κεντρικός άξονας είναι η μεγαλύτερη ευελιξία στις κρατικές ενισχύσεις, ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν να στηρίξουν την παραγωγική βάση χωρίς να υπονομεύεται η ενιαία αγορά ή οι στόχοι της ενεργειακής μετάβασης.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, η τρέχουσα συγκυρία συνιστά περισσότερο ένα νέο σοκ παρά μια κρίση αντίστοιχη με εκείνη του 2022. Παρά την άνοδο, οι τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν χαμηλότερες από τα ιστορικά υψηλά της προηγούμενης περιόδου, προσφέροντας έναν περιορισμένο αλλά υπαρκτό βαθμό ανθεκτικότητας. Ωστόσο, η εξέλιξη της γεωπολιτικής κατάστασης παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας. Μια παρατεταμένη διαταραχή σε κομβικές ενεργειακές αρτηρίες, όπως το Στενό του Ορμούζ, θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα εκτίναξη των τιμών.
Οι κινήσεις που εξετάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξετάζει την περαιτέρω ενίσχυση των μηχανισμών κρατικών ενισχύσεων, δίνοντας στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία, κυρίως για τη στήριξη των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο εφαρμογής εθνικών μηχανισμών περιορισμού των επιπτώσεων του φυσικού αερίου στην ηλεκτρική ενέργεια, υπό αυστηρούς όρους: αποφυγή στρεβλώσεων, διατήρηση επενδυτικών κινήτρων για καθαρές τεχνολογίες και αποτροπή ενίσχυσης της ζήτησης αερίου.
Παρά τα μηνύματα ετοιμότητας, η αγορά εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την άμεση αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων. Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν τις τιμές, ιδίως στο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, βρίσκονται εκτός του άμεσου ελέγχου της Ένωσης, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια παρέμβασης.
Τα πιο άμεσα εργαλεία ανακούφισης, όπως φορολογικές μειώσεις και επιδοτήσεις, παραμένουν κυρίως στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών, κάτι που καθιστά δύσκολη μια ενιαία και ταχεία ευρωπαϊκή απάντηση. Ακόμη και σε περίπτωση πολιτικής συμφωνίας, η επίδραση στους τελικούς καταναλωτές εκτιμάται ότι θα είναι σταδιακή.
Τα γνώριμα εργαλεία παραμένουν στην ατζέντα
Στη συζήτηση κυριαρχούν γνώριμα εργαλεία, όπως οι κρατικές ενισχύσεις, τα μακροχρόνια συμβόλαια και πιθανές παρεμβάσεις στο σύστημα εμπορίας εκπομπών. Πρόκειται, ωστόσο, για μέτρα μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα, που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως άμεσος μηχανισμός συγκράτησης των τιμών.
«Η Ευρώπη πρέπει να έχει μια εργαλειοθήκη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων έτοιμη προς ενεργοποίηση που θα αποφασιστεί στο επίπεδό μας αν χρειαστεί να στηρίξουμε νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναφορικά με το κόστος της ενέργειας» είπε ο Έλληνας Πρωθυπουργός μιλώντας προχθές στο Bloomberg. Αναφερόμενος στην Σύνοδο Κορυφής ο πρωθυπουργός είπε ότι ζητούμενο είναι να γεφυρωθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης με τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Αντίθετα, αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό πιο παρεμβατικές λύσεις, όπως ένα πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου, λόγω του υψηλού κόστους και του κινδύνου στρεβλώσεων στην αγορά. Παρόμοια επιφυλακτικότητα υπάρχει και για ενδεχόμενη αναστολή του ETS, καθώς μια τέτοια κίνηση θα υπονόμευε τη συνοχή της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.
Στοχευμένη στήριξη στα νοικοκυριά
Στο επίκεντρο της συζήτησης παραμένει η πίεση που ασκείται στα νοικοκυριά. Η ανάγκη για στοχευμένη στήριξη αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, με τις οριζόντιες επιδοτήσεις να απορρίπτονται ως δημοσιονομικά αναποτελεσματικές. Η έμφαση μετατοπίζεται σε παρεμβάσεις που κατευθύνουν τους πόρους σε όσους πλήττονται περισσότερο. Πάντως, μέρος του τελικού ενεργειακού κόστους διαμορφώνεται και από τη φορολογική επιβάρυνση, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μείωσης φόρων στα καύσιμα και την ενέργεια. Το συγκεκριμένο σενάριο εξετάζεται τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και από την ελληνική πλευρά, υπό την προϋπόθεση λήψης κοινής ευρωπαϊκής απόφασης και ενεργοποίησης σχετικής ρήτρας διαφυγής, κατά το πρότυπο προηγούμενων ενεργειακών κρίσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ευρύτερη κατεύθυνση είναι σαφής: η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο βραχυπρόθεσμη. Η ενίσχυση των ΑΠΕ, η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού, η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα και οι πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας αποτελούν τον βασικό δρόμο για τη θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας Ευρώπης που καλείται να διαχειριστεί ένα νέο ενεργειακό σοκ υπό συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, χωρίς να διαθέτει άμεσα αποτελεσματικά εργαλεία για τον έλεγχο των τιμών. Το βάρος μεταφέρεται, αναπόφευκτα, τόσο στις εθνικές πολιτικές όσο και στις μακροπρόθεσμες στρατηγικές επιλογές που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα της ενεργειακής ασφάλειας.