Οι ΗΠΑ και η Ρωσία βρίσκονται αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο μιας νέας ανεξέλεγκτης κούρσας πυρηνικού εξοπλισμού, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Αιτία είναι η επικείμενη λήξη της τελευταίας εναπομείνασας συμφωνίας ελέγχου στρατηγικών πυρηνικών όπλων, της Νew START, στις 5 Φεβρουαρίου, προειδοποιεί το Reuters. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία της τελευταίας στιγμής, για πρώτη φορά εδώ και πάνω από μισό αιώνα δεν θα υπάρχουν θεσμοθετημένοι περιορισμοί στα πυρηνικά οπλοστάσια μεγάλου βεληνεκούς των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του κόσμου.
Η Νew START, που υπογράφηκε το 2010 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και τον Ρώσο πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, θέτει ανώτατα όρια 1.550 ανεπτυγμένων στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών για κάθε πλευρά και 700 μέσα εκτόξευσης, όπως διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους υποβρυχίων και βαριά βομβαρδιστικά. Η συνθήκη αυτή αποτέλεσε τον τελευταίο κρίκο μιας μακράς αλυσίδας συμφωνιών που ξεκίνησε το 1972, όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ υπέγραψαν τις πρώτες ιστορικές συμφωνίες περιορισμού στρατηγικών όπλων.
Στο χείλος μιας νέας κούρσας εξοπλισμών
Χωρίς την ανανέωση ή αντικατάσταση της Νew START, καταρρέει ένα ολόκληρο πλαίσιο προβλεψιμότητας και διαφάνειας που, παρά τις εντάσεις, βοήθησε τις δύο πλευρές να αποτρέψουν μια καταστροφική παρεξήγηση, επισημαίνει το διεθνές πρακτορείο ειδήσεων. Όπως επισημαίνουν ειδικοί στον έλεγχο των εξοπλισμών, οι συμφωνίες αυτές δεν περιορίζουν απλώς αριθμούς. Δημιουργούν δίαυλους επικοινωνίας, ανταλλαγή δεδομένων και μηχανισμούς επιθεώρησης που επιτρέπουν σε κάθε πλευρά να κατανοεί τις προθέσεις της άλλης.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει προτείνει μια προσωρινή λύση με την άτυπη διατήρηση των υφιστάμενων ορίων για ακόμη έναν χρόνο, ώστε να υπάρξει χρόνος για διαπραγματεύσεις σχετικά με μια νέα συμφωνία. Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει απαντήσει επίσημα στην πρόταση παράτασης. Πρόσφατα δήλωσε ότι «αν λήξει, λήγει», υπογραμμίζοντας ότι, κατά την άποψή του, η Νέα START είναι μια ελλιπής συμφωνία που πρέπει να αντικατασταθεί με κάτι «καλύτερο».
Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, η συζήτηση είναι έντονα διχαστική. Υποστηρικτές του ελέγχου των εξοπλισμών προειδοποιούν ότι η κατάρρευση της συνθήκης θα οδηγήσει σε έναν δαπανηρό και αποσταθεροποιητικό αγώνα εξοπλισμών, σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ ήδη δαπανούν τεράστια ποσά για τον εκσυγχρονισμό της πυρηνικής τους δύναμης. Το μη κομματικό Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι το κόστος εκσυγχρονισμού, συντήρησης και λειτουργίας των πυρηνικών δυνάμεων θα φτάσει σχεδόν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια την περίοδο 2025-2034.
Η Κίνα μπαίνει στο παιχνίδι
Από την άλλη πλευρά, πολιτικοί και πρώην αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η συνθήκη περιορίζει υπερβολικά τις ΗΠΑ, τη στιγμή που αντιμετωπίζουν όχι έναν αλλά δύο πυρηνικούς αντιπάλους, τη Ρωσία και την Κίνα.
Το Πεκίνο, αν και δεν συμμετέχει σε καμία συμφωνία περιορισμού στρατηγικών όπλων, αυξάνει σταθερά το πυρηνικό του οπλοστάσιο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου, η Κίνα διαθέτει σήμερα περίπου 600 πυρηνικές κεφαλές και θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 1.000 έως το 2030.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την «αποπυρηνικοποίηση» τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Κίνα, όμως το Πεκίνο θεωρεί παράλογο να συμμετάσχει σε συνομιλίες με δύο χώρες των οποίων τα οπλοστάσια παραμένουν πολλαπλάσια του δικού του. Αυτή η ασυμμετρία καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε πολυμερή συμφωνία.
Παράλληλα, η Ρωσία έχει αναπτύξει νέα πυρηνικά συστήματα που δεν καλύπτονται από τη Νew START, όπως τον πυρηνοκίνητο πύραυλο κρουζ Burevestnik, το υποβρύχιο πυρηνικό τορπίλο Poseidon και υπερηχητικά οπλικά συστήματα. Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν ένα διαστημικό σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας, γνωστό ως «Golden Dome», το οποίο η Μόσχα θεωρεί απειλή για τη στρατηγική ισορροπία.
Ειδικοί προειδοποιούν ότι, χωρίς συνθήκη, κάθε πλευρά θα αναγκαστεί να σχεδιάζει με βάση τα χειρότερα δυνατά σενάρια για τις προθέσεις και τις δυνατότητες της άλλης. Αυτό αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης και λανθασμένων υπολογισμών, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.
Στο τραπέζι η αναβάθμιση των πυρηνικών όπλων
Η διμερής επιτροπή του Κογκρέσου το 2023 μίλησε για μια «υπαρξιακή πρόκληση» που αντιμετωπίζουν πλέον οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ των συστάσεών της ήταν η δυνατότητα επαναφοράς πυρηνικών κεφαλών που είχαν αφαιρεθεί στο πλαίσιο της New START και η επαναφορά στρατηγικών βομβαρδιστικών B-52 σε πυρηνικούς ρόλους. Σύμφωνα με πρώην αξιωματούχους, οι κεφαλές και τα συστήματα εκτόξευσης υπάρχουν ήδη, γεγονός που καθιστά τεχνικά εφικτές σχετικά γρήγορες τις ενισχύσεις.
Ωστόσο, ακόμη και οι πιο «σκληροί» αναλυτές παραδέχονται ότι καμία πλευρά δεν μπορεί να προβεί σε μαζικές αλλαγές άμεσα. Θα απαιτηθεί τουλάχιστον ένας χρόνος για σημαντική αύξηση των ανεπτυγμένων κεφαλών, ενώ το πολιτικό και οικονομικό κόστος παραμένει υψηλό.
Σε κάθε περίπτωση, την επόμενη εβδομάδα είναι ώρα αποφάσεων και πρόκειται για αποφάσεις με καθοριστική επίδραση για ολόκληρη την ανθρωπότητα.