Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του Κιέβου και των δυτικών συμμάχων του.
Τους κατηγορεί ότι επιδιώκουν τη «στρατηγική ήττα» της Μόσχας και ότι κλιμακώνουν τις επιθέσεις με τη στήριξη δυτικών μυστικών υπηρεσιών.
Μιλώντας σε συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB), υποστήριξε ότι, αφού «δεν κατάφεραν να προκαλέσουν στρατηγική ήττα στο μέτωπο», οι αντίπαλοι της Ρωσίας καταφεύγουν σε «ατομική και μαζική τρομοκρατία».
Πούτιν: Στο στόχαστρο οι ρωσικοί ενεργειακοί αγωγοί
Η Μόσχα κατηγορεί την Ουκρανία για επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και λιμάνια, καθώς και για δολοφονίες υψηλόβαθμων αξιωματικών. Ο Πούτιν υπογράμμισε ότι το Κίεβο στρέφεται σε τέτοιες ασύμμετρες επιθέσεις επειδή δεν μπορεί να νικήσει τον ρωσικό στρατό στο πεδίο της μάχης: «Δεν κατάφεραν να προκαλέσουν μια στρατηγική ήττα εναντίον της Ρωσίας στο μέτωπο, επομένως ο εχθρός βασίζεται στην ατομική και μαζική τρομοκρατία: αυτό περιλαμβάνει τις δολιοφθορές υποδομών και τις απόπειρες δολοφονίας κυβερνητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων».
«Δεν κατάφεραν να προκαλέσουν μια στρατηγική ήττα εναντίον της Ρωσίας στο μέτωπο, επομένως ο εχθρός βασίζεται στην ατομική και μαζική τρομοκρατία: αυτό περιλαμβάνει τις δολιοφθορές υποδομών και τις απόπειρες δολοφονίας κυβερνητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων».
«Υπάρχει μια απόλυτη ανάγκη να ηττηθεί η Ρωσία. Αναζητούν οποιονδήποτε τρόπο, οτιδήποτε. Θα πιέσουν τους εαυτούς τους σε ακραίο βαθμό και τότε θα το μετανιώσουν», υπογράμμισε ο επικεφαλής του ρωσικού κράτους.
Ενίσχυση μέτρων ασφαλείας σε κρίσιμες υποδομές
Ο Πούτιν διέταξε την Υπηρεσία FSB να εντείνει την προστασία ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών, εκδίδοντας διάταγμα για την ενίσχυση της αντιτρομοκρατικής προστασίας ενεργειακών εγκαταστάσεων, αγωγών, υποδομών μεταφορών και χώρων μαζικών συναθροίσεων, με «μέγιστη κάλυψη» κρίσιμων εγκαταστάσεων και, εφόσον απαιτείται, πρόσθετα μέτρα ασφαλείας.
Καταγγελίες για πυρηνική τεχνολογία και προειδοποιήσεις
Παράλληλα, η ρωσική Υπηρεσία Πληροφοριών (SVR) εξέφρασε ανησυχία για αυτό που περιέγραψε ως «πιθανή μεταφορά τεχνολογίας πυρηνικών όπλων στην Ουκρανία», υποστηρίζοντας ότι η Βρετανία και η Γαλλία σχεδιάζουν να προμηθεύσουν το Κίεβο με πυρηνική τεχνολογία, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία. Η γαλλική πρεσβεία στη Μόσχα απέρριψε τις κατηγορίες ως «κατάφωρο ψέμα».
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών προειδοποίησε για τον κίνδυνο άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων και για τις «φρικτές συνέπειες» μιας τέτοιας εξέλιξης, ενώ Ρώσοι γερουσιαστές ζήτησαν έρευνες σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, καλώντας μεταξύ άλλων το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας να εξετάσουν τις σχετικές καταγγελίες.
Μεντβέντεφ: Απειλές για χρήση πυρηνικών
Ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας στην Ουκρανία, η χρήση πυρηνικών όπλων κατά στόχων στην Ουκρανία από πλευράς Ρωσίας, -αλλά και ενδεχομένως εναντίον των συγκεκριμένων χωρών/προμηθευτών- θα ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη».
Σε ανάρτησή του στη ρωσική πλατφόρμα Max έκανε λόγο για «άμεση μεταφορά πυρηνικών όπλων σε χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο» και προειδοποίησε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει «οποιοδήποτε όπλο, συμπεριλαμβανομένων μη στρατηγικών πυρηνικών», ως «συμμετρική απάντηση».
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Πεσκόφ, μιλώντας στο TASS, χαρακτήρισε τις φερόμενες προθέσεις Λονδίνου και Παρισιού «κατάφωρη παραβίαση» του Διεθνούς Δικαίου και σημείωσε ότι το ρωσικό κοινοβούλιο έχει καλέσει σε κοινοβουλευτικές έρευνες.
Τέλος, ο Πεσκόφ δήλωσε ότι οι στόχοι της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί και ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν έως ότου υλοποιηθούν, υποστηρίζοντας πως η σύγκρουση έχει μετατραπεί σε ευρύτερη αντιπαράθεση με τη Δύση.
Παράλληλα, τόνισε ότι η Μόσχα παραμένει ανοιχτή σε πολιτική και διπλωματική λύση, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη των συνομιλιών εξαρτάται από το Κίεβο, ενώ δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί ο επόμενος γύρος διαπραγματεύσεων.