Η πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO για λογαριασμό του iefimerida.gr αναδεικνύει δύο κυρίαρχα ευρήματα που αναδιατάσσουν τον στρατηγικό χάρτη της χώρας: τη στρατηγική κόπωση για τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία και την άνοδο του Ισραήλ στη «σκακιέρα» των συμμαχιών.
Αναλύοντας τα δεδομένα ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος σημειώνει ότι η δημοσκόπηση αποτυπώνει με ακρίβεια τον μετασχηματισμό της γεωπολιτικής αντίληψης της ελληνικής κοινής γνώμης και έναν εντυπωσιακό πραγματισμό από πλευράς των πολιτών που προκρίνουν τις στενές εγγυήσεις εθνικής ασφάλειας και απορρίπτουν τις εξωτερικές εμπλοκές που λειτουργούν ως οικονομικές «μαύρες τρύπες».
Η στρατηγική κόπωση στην Ουκρανία και η στροφή προς την «ασφάλεια του πυρήνα»
«Η συντριπτική απόρριψη (65,9%) της συνέχισης οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία αποτελεί κλασική περίπτωση στρατηγικής κόπωσης. Είναι εξαιρετικά κρίσιμο ότι οι πολίτες διαχωρίζουν την άμυνα της Ευρώπης από έναν πόλεμο φθοράς: ενώ σχεδόν οι μισοί (47,3%) στηρίζουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Οι ίδιοι αρνούνται τη διαρκή αιμορραγία πόρων προς ένα ενεργό εξωτερικό μέτωπο. Πρόκειται για μια στροφή προς την λεγόμενη «ασφάλεια του πυρήνα» (core security): η κοινωνία νομιμοποιεί δαπάνες που αφορούν άμεσα την εθνική και ευρωπαϊκή θωράκιση, αλλά θεωρεί πως η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει εξαντλήσει τα όρια ανοχής της ευρωπαϊκής οικονομίας, χωρίς καθαρή στρατηγική εξόδου», τονίζει ο κ. Δεσποτόπουλος.
Η στρατηγική ευθυγράμμιση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ το ισχυρότερο αντίβαρο στον τουρκικό αναθεωρητισμό για το εκλογικό σώμα
Παράλληλα, όπως λέει, στον άξονα των συμμαχιών, το δόγμα «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» κυριαρχεί. «Η Γαλλία παραμένει ο αδιαμφισβήτητος παραδοσιακός πυλώνας ασφάλειας (62,3%), ωστόσο η εδραίωση του Ισραήλ στη δεύτερη θέση (42,4%) συνιστά τεκτονική αλλαγή για μια κοινωνία με ιστορικά φιλοαραβικά αντανακλαστικά. Η εξήγηση βρίσκεται στην κοινή απειλή. Με την Τουρκία να καταγράφεται από το 86,3% ως ο απόλυτος εχθρός, το εκλογικό σώμα αντιλαμβάνεται τη στρατηγική ευθυγράμμιση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ως το ισχυρότερο αντίβαρο στον τουρκικό αναθεωρητισμό. Η πλήρης ρήξη στις σχέσεις Άγκυρας-Τελ Αβίβ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τον ελληνοϊσραηλινό δεσμό στην Ανατολική Μεσόγειο, προσφέροντας στην Ελλάδα βάθος και αποτροπή».
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον γνωστό διεθνολόγο, η συμμαχία δεν είναι στερημένη αστερίσκων. Καθώς, η καταγραφή ενός 23,3% που εξακολουθεί να βλέπει το Ισραήλ εχθρικά καταδεικνύει τις ρωγμές στο δημόσιο αίσθημα, οι οποίες προέρχονται ξεκάθαρα από τον αντίκτυπο των σκληρών στρατιωτικών επιχειρήσεων και το ανθρωπιστικό κόστος στη Μέση Ανατολή.
Το κοινό προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις με στενά κριτήρια εθνικού συμφέροντος
«Σε κάθε περίπτωση είναι εμφανές ότι το ελληνικό κοινό προσεγγίζει πλέον τις διεθνείς σχέσεις με στενά κριτήρια εθνικού συμφέροντος: επιβραβεύει συμμαχίες που προσφέρουν απτές εγγυήσεις απέναντι στην Τουρκία και γυρίζει την πλάτη σε παρατεταμένες διεθνείς κρίσεις που εξαντλούν τους εθνικούς πόρους. Για το λόγο αυτό, η κοινωνική νομιμοποίηση της εξωτερικής πολιτικής απαιτεί απολύτως αυστηρή τεκμηρίωση σχετικά με το όφελος της χώρας», σχολιάζει.
Και καταλήγει λέγοντας ότι «η ελληνική πολιτεία έχει ευθυγραμμιστεί απόλυτα με αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο, ιεραρχώντας την εσωτερική ασφάλεια και τα εθνικά συμφέροντα πάνω από την απεριόριστη δέσμευση σε τρίτα μέτωπα. Αυτό αποτυπώθηκε περίτρανα στο πρόσφατο περιστατικό με το οπλισμένο ουκρανικό θαλάσσιο drone που κατέληξε στη Λευκάδα, το οποίο προκάλεσε την έντονη διπλωματική αντίδραση της Αθήνας, καθιστώντας σαφές προς το Κίεβο πως οι πολεμικές επιχειρήσεις του δεν μπορούν να θέτουν σε κίνδυνο την ελληνική ναυσιπλοΐα και τον τουρισμό της χώρας».