Ο Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε επί σχεδόν μία ώρα τη συμφωνία-πλαίσιο που υπέγραψε με το Ιράν για τον τερματισμό της κρίσης και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη συμφωνία ως επιτυχία της αμερικανικής πολιτικής.
- Η αρχική απαίτηση της Ουάσιγκτον για «πλήρη παράδοση» του Ιράν εγκαταλείφθηκε. Η τελική συμφωνία προβλέπει χαλάρωση κυρώσεων και δίνει προθεσμία 60 ημερών για διαπραγμάτευση μιας ευρύτερης πυρηνικής συμφωνίας, απέχοντας από τους φιλόδοξους αρχικούς στόχους.
- Ο Ντόναλντ Τραμπ αναθεώρησε τρεις βασικές «κόκκινες γραμμές» της πολιτικής του. Υποχώρησε στο ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου, υποβάθμισε την απειλή του βαλλιστικού προγράμματος και εμφανίστηκε πρόθυμος να επιστρέψει τα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία.
- Η συμφωνία προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον, διχάζοντας τους Ρεπουμπλικανούς. Ενώ πρόσωπα όπως ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ πείστηκαν να τη στηρίξουν, άλλοι γερουσιαστές, όπως ο Τεντ Κρουζ, την χαρακτήρισαν ιστορικό λάθος.
- Η συμφωνία αποτελεί προσωρινή ανακωχή, με την οικονομία να αποτελεί βασικό κίνητρο για την αποφυγή ύφεσης. Το μέλλον της θα κριθεί στις διαπραγματεύσεις των επόμενων 60 ημερών, με την Ουάσιγκτον να παραμένει επιφυλακτική.
Ωστόσο, οι αναλύσεις τόσο του Axios όσο και του Bloomberg συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι ο Αμερικανός πρόεδρος αποδέχθηκε τελικά μια συμφωνία με το Ιράν αρκετά διαφορετική από εκείνη που ο ίδιος περιέγραφε ως επιθυμητή μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα.
Η βασική επιδίωξη της Ουάσιγκτον τους τελευταίους δύο μήνες ήταν να τερματιστεί η πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν, να αποκατασταθεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να αποφευχθούν νέοι κραδασμοί στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία φαίνεται να πετυχαίνει τον άμεσο στόχο της αποκλιμάκωσης.
Όμως, σύμφωνα με το Axios, η επιστροφή σε μια κατάσταση που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το προπολεμικό status quo τροφοδοτεί το επιχείρημα των επικριτών του Τραμπ ότι η στρατιωτική σύγκρουση είχε, τελικά, μεγάλο κόστος χωρίς να αποφέρει τα στρατηγικά αποτελέσματα που είχαν αρχικά παρουσιαστεί ως στόχοι.
Οι φιλόδοξες δεσμεύσεις που έμειναν πίσω
Το Axios υπενθυμίζει ότι πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά και κατά τη διάρκειά της, ο Τραμπ είχε θέσει εξαιρετικά υψηλό πήχη για οποιαδήποτε συμφωνία με την Τεχεράνη.
Στην κορυφή των αμερικανικών απαιτήσεων βρισκόταν η «πλήρης παράδοση» του Ιράν. Η Ουάσιγκτον ζητούσε ουσιαστικά τον ολοσχερή τερματισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου, περιορισμό ή εξάλειψη των βαλλιστικών πυραύλων και διακοπή της χρηματοδότησης οργανώσεων και παραστρατιωτικών συμμάχων της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ίδιος ο Τραμπ είχε φτάσει να αφήνει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να έχουν λόγο ακόμη και στη διαμόρφωση της μελλοντικής πολιτικής ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Το τελικό μνημόνιο κατανόησης που αποκαλύφθηκε από την αμερικανική κυβέρνηση απέχει αισθητά από αυτές τις θέσεις. Η συμφωνία προβλέπει χαλάρωση κυρώσεων που επιτρέπουν στο Ιράν να εξάγει πετρέλαιο, επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και άρση του ναυτικού αποκλεισμού, ενώ παράλληλα δίνει στις δύο πλευρές περιθώριο 60 ημερών για τη διαπραγμάτευση μιας πιο ολοκληρωμένης πυρηνικής συμφωνίας.
Εφόσον οι συνομιλίες καταλήξουν σε αποτέλεσμα, η Τεχεράνη θα μπορούσε να δει την άρση του συνόλου των κυρώσεων και να αποκτήσει πρόσβαση σε δισεκατομμύρια δολάρια από παγωμένα κεφάλαια και νέες επενδύσεις.
Οι τρεις «κόκκινες γραμμές» που εγκατέλειψε ο Τραμπ
Το Bloomberg εστιάζει ιδιαίτερα στο ότι ο Τραμπ εμφανίστηκε να αναθεωρεί τρεις από τις βασικές αρχές που χαρακτήριζαν την πολιτική του απέναντι στο Ιράν εδώ και χρόνια. Ειδικότερα:
- Η πρώτη αφορά στον εμπλουτισμό ουρανίου. Από την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015 και έπειτα, ο Τραμπ και πολλοί Ρεπουμπλικανοί υποστήριζαν ότι το Ιράν δεν έχει κανέναν λόγο να διατηρεί δυνατότητα εμπλουτισμού εφόσον δηλώνει πως δεν επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Ιράν: Σχέδια για τέλη διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ
Κατά τη συνέντευξη Τύπου, ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε πολύ πιο διαλλακτικός. «Είναι λίγο δύσκολο όταν άλλοι έχουν αυτή τη δυνατότητα, γειτονικά κράτη την έχουν, και εσύ δεν τους επιτρέπεις να την έχουν για σκοπούς ηλεκτροπαραγωγής και παρόμοια πράγματα. Πρέπει να χρησιμοποιείς και λίγη κοινή λογική», δήλωσε.
- Η δεύτερη μετατόπιση αφορά το βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν. Ενώ η αμερικανική κυβέρνηση είχε επανειλημμένως παρουσιάσει τους πυραύλους ως έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για την περιφερειακή ασφάλεια, ο Τραμπ εμφανίστηκε να υποβαθμίζει το ζήτημα.
«Πρέπει να έχουν κάποιους πυραύλους, αφού και άλλοι έχουν», είπε, προσθέτοντας ότι «οι πύραυλοι δεν είναι το πρόβλημα». Μάλιστα, επέκρινε όσους συμβούλους και συμμάχους του εξακολουθούν να θεωρούν το πυραυλικό πρόγραμμα βασικό σημείο αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη.
- Η τρίτη και ίσως πιο αμφιλεγόμενη αλλαγή αφορά τα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό. Για χρόνια η Ουάσιγκτον υποστήριζε ότι τα κεφάλαια αυτά δεν πρέπει να αποδεσμευτούν, λόγω της χρηματοδότησης οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς από το ιρανικό καθεστώς.
Ο Τραμπ, όμως, εμφανίστηκε πρόθυμος να εξετάσει την επιστροφή τους. «Δεν είναι δικά μας χρήματα, είναι δικά τους χρήματα και κάποια στιγμή τα παγώσαμε. Υποθέτω ότι θα πρέπει να τα επιστρέψουμε. Αν δεν το κάναμε, κανείς δεν θα επένδυε ξανά στο δολάριο», ανέφερε.
Η εσωτερική πολιτική μάχη στις ΗΠΑ
Οι διαρροές γύρω από το περιεχόμενο της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν είχαν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον πριν ακόμη δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο.
Σύμφωνα με το Axios, ανώτατος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης αποκάλυψε ότι η ιρανική πλευρά είχε ζητήσει να μη δημοσιοποιηθεί το μνημόνιο πριν από την επίσημη υπογραφή του, κάτι που προκάλεσε «μεγάλη αναστάτωση» στον Λευκό Οίκο, καθώς οι πληροφορίες που διέρρεαν τροφοδοτούσαν σκληρή κριτική από πολιτικούς και αναλυτές.
Παρά τις αντιδράσεις, η κυβέρνηση κατάφερε να κερδίσει τη στήριξη ορισμένων σημαντικών Ρεπουμπλικανών. Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, ένας από τους πιο γνωστούς υποστηρικτές σκληρής γραμμής έναντι του Ιράν, φέρεται να έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή του έπειτα από πολύωρη επικοινωνία με τον ειδικό απεσταλμένο του Λευκού Οίκου, Στιβ Γουίτκοφ.
Άλλοι, ωστόσο, παρέμειναν κάθετα αντίθετοι. Ο γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι χαρακτήρισε τη συμφωνία «τη χειρότερη γκάφα στην εξωτερική πολιτική εδώ και δεκαετίες», προσθέτοντας ότι «ο Ρόναλντ Ρίγκαν γυρίζει στον τάφο του».
Αντίστοιχα επικριτικός εμφανίστηκε και ο Τεντ Κρουζ, ο οποίος δήλωσε ότι «η Ιστορία διδάσκει πως το να δίνεις δισεκατομμύρια δολάρια σε θεοκρατικούς φανατικούς που θέλουν να μας σκοτώσουν δεν είναι καλή ιδέα».
Η οικονομία στο επίκεντρο των αποφάσεων
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της επιχειρηματολογίας του Τραμπ ήταν η αναφορά του στις οικονομικές συνέπειες της κρίσης.
Όπως επισημαίνει το Axios, ο ένοικος του Λευκού Οίκου αναγνώρισε ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν προκάλεσε σοβαρό κίνδυνο για το παγκόσμιο εμπόριο και τις αγορές ενέργειας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να οδηγήσει τις ΗΠΑ και την παγκόσμια οικονομία σε μια νέα καταστροφική ύφεση, κι ότι δεν θέλει να μείνει στην Ιστορία ως ένας νέος Χέρμπερτ Χούβερ, το όνομα του οποίου έχει συνδεθεί ιστορικά με τη Μεγάλη Ύφεση.
Παράλληλα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι βασικοί στρατιωτικοί στόχοι είχαν ήδη επιτευχθεί, σημειώνοντας πως οι αμερικανικές δυνάμεις κατάφεραν να πλήξουν σημαντικά τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν και να μειώσουν την απειλή που αυτό συνιστούσε για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Οι επόμενες 60 ημέρες θα κρίνουν τα πάντα
Παρά τις δηλώσεις περί ειρήνης, ουδείς στην Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η κρίση έχει λήξει οριστικά.
Το μνημόνιο λειτουργεί ουσιαστικά ως μια προσωρινή συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο για δύσκολες διαπραγματεύσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, η συνάντηση που έχει προγραμματιστεί για την Παρασκευή στην Ελβετία μεταξύ αμερικανικής και ιρανικής αντιπροσωπείας θεωρείται καθοριστική για το μέλλον της διαδικασίας.
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι υπάρχει ήδη μια άτυπη κατανόηση σχετικά με τις πυρηνικές παραχωρήσεις που θα μπορούσε να κάνει το Ιράν. Ωστόσο, στο εσωτερικό της κυβέρνησης παραμένει έντονος ο σκεπτικισμός για το κατά πόσον η Τεχεράνη σκοπεύει πραγματικά να τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
«Αν θεωρήσουμε ότι απλώς μας καθυστερούν και μας κοροϊδεύουν, θα διακόψουμε πολύ γρήγορα τη διαδικασία και θα επιστρέψουμε σε εξαιρετικά επιθετική πίεση», προειδοποίησε ανώτατος Αμερικανός αξιωματούχος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία μοιάζει περισσότερο με ανακωχή παρά με οριστική διευθέτηση. Και, όπως επισημαίνουν τόσο το Axios όσο και το Bloomberg, το πολιτικό διακύβευμα για τον Τραμπ είναι πλέον διπλό: Να αποδείξει ότι η στρατιωτική πίεση οδήγησε σε ουσιαστικές παραχωρήσεις από το Ιράν και ταυτόχρονα να πείσει τους επικριτές του ότι οι υποχωρήσεις που έκανε δεν ακυρώνουν τους στόχους που ο ίδιος είχε θέσει στην αρχή της κρίσης.