Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για χρήση στρατιωτικής ισχύος προκειμένου η Γροιλανδία να περάσει υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, έχουν οδηγήσει Ευρωπαίους διπλωμάτες και αξιωματούχους να εξετάζουν τρόπους «αντεπίθεσης», ακόμη και με ακραία μέσα.
Αν και κανείς δεν θεωρεί ρεαλιστική μια στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ–Ευρώπης για τη Γροιλανδία, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί σε άλλες μορφές πίεσης: από το εμπόριο και τις αμυντικές προμήθειες έως -στο πιο ευαίσθητο σενάριο - τον περιορισμό ή ακόμη και την ανάκληση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γηραιά Ήπειρο.
Η «σιωπηλή» συζήτηση για ευρωπαϊκά αντίποινα
Πέντε Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες επιβεβαίωσαν στο Politico ότι το θέμα συζητείται κατ’ ιδίαν, μακριά από τα επίσημα τραπέζια της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Όπως λένε, το βασικό ερώτημα είναι απλό αλλά εκρηκτικό: γιατί οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να απολαμβάνουν πλήρη πρόσβαση σε ευρωπαϊκές βάσεις, ναυτικές υποδομές και υπηρεσίες πληροφοριών, εάν επιχειρήσουν να καταλάβουν κυρίαρχο έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, όπως η Δανία;
«Οι συζητήσεις συνεχίζονται για το πώς θα μπορούσαμε να ασκήσουμε πίεση και να πούμε: “Μας χρειάζεστε, και αν προχωρήσετε σε αυτό, θα υπάρξουν αντίποινα”», ανέφερε Ευρωπαίος διπλωμάτης. Όπως πρόσθεσε, «κανείς όμως δεν θέλει να το πει δημόσια».
Η προειδοποίηση Μακρόν και το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων για τη Γροιλανδία
Η πιο σαφής –έστω και έμμεση– πολιτική προειδοποίηση ήρθε από τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. «Δεν υποτιμούμε τις δηλώσεις για τη Γροιλανδία», είπε σε υπουργούς του. «Αν πληγεί η κυριαρχία ενός ευρωπαϊκού και συμμαχικού κράτους, οι επιπτώσεις θα είναι πρωτοφανείς. Η Γαλλία παρακολουθεί την κατάσταση με τη μέγιστη προσοχή και θα ενεργήσει σε πλήρη αλληλεγγύη με τη Δανία».
Την ίδια στιγμή η Κοπεγχάγη αναζητεί συμβιβασμό με την κυβέρνηση Τραμπ για το μέλλον της Γροιλανδίας. Ωστόσο, μετά τις πρόσφατες συνομιλίες με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Δανός ΥΠΕΞ Λαρς Λόκε Ράσμουσεν παραδέχθηκε το αδιέξοδο: «Ο πρόεδρος επιμένει σε αυτή την επιθυμία να κατακτήσει τη Γροιλανδία. Και επομένως έχουμε μια θεμελιώδη διαφωνία».
Το πιο ευαίσθητο χαρτί: οι αμερικανικές βάσεις στην Ευρώπη
Οι ΗΠΑ διατηρούν σήμερα δεκάδες μόνιμες και ημιμόνιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη, με χιλιάδες στρατιώτες και κρίσιμες υποδομές. Πρόκειται για βάσεις που επιτρέπουν στην Ουάσινγκτον να προβάλλει ισχύ στη Μέση Ανατολή και την Αφρική και να στηρίζει επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ.
Ο Μπεν Χότζες, πρώην διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, τονίζει ότι αυτές οι βάσεις είναι «απολύτως απαραίτητες για την ετοιμότητα και τη στρατηγική παγκόσμια εμβέλεια των ΗΠΑ». Ειδικά η βάση του Ράμσταϊν στη Γερμανία, όπως λέει, αποτελεί «κομβικό σημείο εκκίνησης για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική», και η απώλειά της θα είχε «καταστροφικές συνέπειες».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι μια ρήξη θα σήμαινε για τις ΗΠΑ απώλεια περίπου «του μισού» των δυνατοτήτων ανταλλαγής πληροφοριών, ενώ η Ευρώπη θα μπορούσε να απειλήσει και με διακοπή αγορών αμερικανικών οπλικών συστημάτων. «Η Ευρώπη μπορεί να σώσει το ΝΑΤΟ και τη διατλαντική σχέση αν σταθεί όρθια και δεν φερθεί σαν δεδομένος και παθητικός εταίρος», σημειώνει.
Φόβος κλιμάκωσης και η σκιά της Ουκρανίας
Παρά τα σενάρια πίεσης, πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται ότι η Γηραιά Ήπειρος δεν είναι ακόμη έτοιμη -ψυχολογικά και πολιτικά - για μια τέτοια κλιμάκωση. Ένας αξιωματούχος του ΝΑΤΟ προειδοποιεί ότι η χρήση των βάσεων ως διαπραγματευτικό όπλο «θα προκαλούσε αμοιβαία ζημιά»: η Ευρώπη θα έχανε κρίσιμες εγγυήσεις ασφάλειας και οι ΗΠΑ το πιο πολύτιμο προκεχωρημένο τους ορμητήριο.
Καθοριστικός παράγοντας παραμένει η Ουκρανία. Χωρίς τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, διπλωμάτες παραδέχονται ότι θα είναι αδύνατο να αποτραπεί μια νέα ρωσική επίθεση. Έτσι, όσο κι αν η συμμαχία με τον Τραμπ θεωρείται «τοξική» από ορισμένους, η διατήρησή της φαντάζει - τουλάχιστον προς το παρόν - αναγκαία.
«Η διατλαντική σχέση αλλάζει», συνοψίζει Ευρωπαίος αξιωματούχος. «Και δεν πρόκειται να επιστρέψει σε αυτό που ήταν».