Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος αποχώρησε από το Ελιζέ το 2017 με ιστορικά χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας, μπορεί να επιχειρήσει ένα comeback που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο.
Ο σοσιαλιστής πολιτικός, που είχε συνδεθεί με την κατάρρευση της γαλλικής κεντροαριστεράς και είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς, αφήνει πλέον σαφείς υπαινιγμούς ότι ετοιμάζεται να είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Το Politico περιγράφει την προσπάθεια του Ολάντ ως μια εξαιρετικά δύσκολη πολιτική αποστολή, σε ένα περιβάλλον όπου η γαλλική αριστερά παραμένει κατακερματισμένη και η ακροδεξιά της Εθνικής Συσπείρωσης εμφανίζεται πιο ισχυρή από ποτέ.
Ο Ολάντ ολοκλήρωσε τη μοναδική του θητεία το 2017 λίγους μήνες μετά την καταγραφή ενός σοκαριστικού ποσοστού αποδοχής μόλις 4%, αριθμός που θεωρείται από τους χαμηλότερους που έχει καταγράψει ποτέ Γάλλος πρόεδρος.
Στο εξωτερικό δε, η εικόνα του έμοιαζε να συνδέεται περισσότερο με την περίφημη υπόθεση των νυχτερινών του μετακινήσεων με σκούτερ για να συναντήσει κρυφά ηθοποιό με την οποία διατηρούσε σχέση.
Οι επικριτές του τον αποκαλούσαν «Flamby», από το γνωστό γαλλικό γλυκό με μαλακή κρέμα, θέλοντας να τον παρουσιάσουν ως αδύναμο και άτολμο ηγέτη. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την αποχώρησή του από την εξουσία, ο 71χρονος πολιτικός θεωρεί ότι οι συνθήκες ίσως δημιουργούν χώρο για μια απροσδόκητη επιστροφή.
Ένα πιθανό comeback του Ολάντ
Ο Ολάντ επανήλθε στην πολιτική το 2024, όταν εξελέγη βουλευτής στην Εθνοσυνέλευση. Από τότε, οι δημόσιες παρεμβάσεις του έχουν πυκνώσει, ενώ τις τελευταίες εβδομάδες έχει αφήσει περισσότερα μηνύματα για τις προθέσεις του.
«Ετοιμάζομαι», δήλωσε χαρακτηριστικά στο γαλλικό περιοδικό Marianne, το οποίο ανέδειξε τη δήλωση αυτή ακόμη και στο πρωτοσέλιδό του.
Σε άλλη δημόσια παρέμβασή του τον Απρίλιο, ο πρώην πρόεδρος υποστήριξε ότι οι προεδρικές εκλογές του 2027 θα έχουν ιστορική σημασία όχι μόνο για τη Γαλλία αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη.
«Το διακύβευμα στις προεδρικές εκλογές είναι τεράστιο. Ο τρόπος με τον οποίο θα ψηφίσουν οι Γάλλοι θα καθορίσει το μέλλον της Ευρώπης και ίσως ακόμη και την παγκόσμια σταθερότητα», ανέφερε σε βίντεο που ανάρτησε στα κοινωνικά δίκτυα.
Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις παραμένουν εξαιρετικά αποθαρρυντικές για τον ίδιο. Σύμφωνα με δύο διαφορετικές μετρήσεις που επικαλείται το Politico, ο Ολάντ δεν ξεπερνά το 10%, ποσοστό που δεν του επιτρέπει να περάσει στον δεύτερο γύρο των εκλογών.
Ωστόσο, παρά τα χαμηλά ποσοστά, ο πρώην πρόεδρος φαίνεται να πιστεύει ότι η αστάθεια του πολιτικού σκηνικού μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του.
Ευκαιρία σε ένα κατακερματισμένο τοπίο;
Η βασική στρατηγική του Ολάντ βασίζεται στο γεγονός ότι τόσο η αριστερά όσο και η κεντροδεξιά εμφανίζονται έντονα διαιρεμένες.
Στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Κόμματος επικρατεί χάος ως προς την επιλογή υποψηφίου αλλά και τη γενικότερη στρατηγική απέναντι στις εκλογές του 2027. Οι Σοσιαλιστές δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε για το αν θα κατεβάσουν αυτόνομο υποψήφιο ούτε για το αν θα συμμετάσχουν σε κοινές προκριματικές διαδικασίες με την υπόλοιπη αριστερά.
Ο στενός συνεργάτης του Ολάντ και πρώην υπουργός Αντρέ Βαλινί εκτιμά ότι ακριβώς αυτό το κλίμα κατακερματισμού μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρία για τον πρώην πρόεδρο.
«Αν η δεξιά είναι διχασμένη, τότε ένας σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος μπορεί να βρεθεί στον δεύτερο γύρο», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι ο Ολάντ είναι ο πιο έμπειρος υποψήφιος του χώρου.
Ο Βαλινί υπενθυμίζει ότι ο πρώην πρόεδρος διαχειρίστηκε εξαιρετικά δύσκολες κρίσεις, όπως τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 στη Γαλλία, ενώ διαθέτει και σημαντική διεθνή εμπειρία στις σχέσεις με ηγέτες όπως ο Βλαντιμίρ Πούτιν.
Παρά τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του, πάντως, μεγάλο μέρος των Σοσιαλιστών εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με δυσπιστία το ενδεχόμενο επιστροφής του.
«Δεν υπάρχει πραγματική νοσταλγία για τον Ολάντ», δήλωσε ανώνυμα υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος, επισημαίνοντας ότι η προεδρία του άφησε βαθιά τραύματα στην κεντροαριστερά.
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το κέντρο και η αριστερά
Η κατάσταση στο Σοσιαλιστικό Κόμμα παραμένει εκρηκτική. Η κατάρρευση της επιρροής του στις τελευταίες προεδρικές εκλογές -όπου η πρώην δήμαρχος Παρισιού Αν Ινταλγκό συγκέντρωσε λιγότερο από 2% -ανάγκασε το κόμμα να συσπειρωθεί με πιο ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις.
Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται και το κίνημα La France Insoumise του Ζαν Λυκ Μελανσόν, γεγονός που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες εσωτερικές αντιδράσεις.
Ο σημερινός ηγέτης των Σοσιαλιστών Ολιβιέ Φορ, υποστηρίζει τη διεξαγωγή ανοιχτών προκριματικών εκλογών, θεωρώντας ότι μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η διάσπαση των ψήφων απέναντι στην ακροδεξιά.
Η πρόταση αυτή, όμως, προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Ο ίδιος ο Ολάντ διαφωνεί, επιμένοντας ότι οι Σοσιαλιστές πρέπει να παρουσιάσουν δικό τους υποψήφιο.
Την ίδια ώρα, αρκετά στελέχη θεωρούν ότι ο φυσικός υποψήφιος της κεντροαριστεράς θα έπρεπε να είναι ο ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλυκσμάν, ο οποίος εμφανίζεται δημοσκοπικά ισχυρότερος από τον Ολάντ.
Ένα ακόμη πρόβλημα για τον πρώην πρόεδρο είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της νέας γενιάς των Σοσιαλιστών επιθυμεί πιο αριστερές πολιτικές και απορρίπτει ανοιχτά τη σοσιαλδημοκρατική γραμμή που εκπροσωπεί.
Το νέο ιδεολογικό πρόγραμμα του κόμματος ζητά ριζοσπαστικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις, μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης και σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς.
Ο Ολάντ, αντίθετα, επιμένει στην ανάγκη οικονομικού ρεαλισμού σε πιο κεντρώα κατεύθυνση. Διαφώνησε δημόσια με την πρόταση για μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης και υποστήριξε ότι η πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται σε «εύκολες λύσεις».
«Όλοι θέλουν αυξήσεις στους μισθούς, αλλά υπάρχουν οικονομικές συνθήκες που πρέπει να τηρούνται», δήλωσε πρόσφατα στη γαλλική τηλεόραση, δίνοντας και τον τόνο για το πολιτικό ακροατήριο στο οποίο προσανατολίζεται.
Η επισήμανση της Le Monde από τον Φεβρουάριο
Ήδη από τον περασμένο Φεβρουάριο, η Le Monde είχε επισημάνει ότι, παρότι η επιστροφή του Ολάντ φαινόταν για χρόνια αδιανόητη, πλέον είχε μετατραπεί σε πραγματικό πολιτικό σενάριο.
Η γαλλική εφημερίδα τόνιζε ότι η αδυναμία της ευρύτερης αριστεράς-κεντροαριστεράς να βρει κοινό βηματισμό και η αβεβαιότητα γύρω από άλλες προσωπικότητες, όπως ο Γκλυκσμάν, δημιούργησαν πολιτικό χώρο για τον πρώην πρόεδρο.
Η Le Monde περιέγραφε επίσης το αμήχανο κλίμα που επικρατεί γύρω από το όνομά του ακόμη και μέσα στην αριστερά. Χαρακτηριστική ήταν η σκηνή σε πολιτική εκδήλωση στην Τουρ, όταν ο Ολιβιέ Φορ ανέφερε υποθετικά το όνομα του Ολάντ ως πιθανό κοινό υποψήφιο της αριστεράς και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες αντέδρασαν με εμφανή δυσφορία.
Παράλληλα, η εφημερίδα αποκάλυπτε ότι ο Ολάντ είχε ήδη ξεκινήσει επαφές με προσωπικότητες όπως ο Γκλυκσμάν, ο Μπορίς Βαλλό, και άλλοι επιχειρώντας να δημιουργήσει έναν νέο σοσιαλδημοκρατικό πόλο που θα μπορούσε να προσελκύσει και κεντρώους ψηφοφόρους.
Παρόλα αυτά, η Le Monde κατέληγε ότι το βασικό εμπόδιο του Ολάντ παραμένει το ίδιο του το κόμμα, όπου πολλοί εξακολουθούν να τον θεωρούν «ανίκανο να κερδίσει εκλογές».