Για τις εξελίξεις στην υπόθεση δολοφονίας της Κυριακής Γρίβα και την παραπομπή των αστυνομικών σε δίκη για θανατηφόρα έκθεση μίλησε πατέρας της.
Ο κ. Γρίβας, με αφορμή την εισαγγελική πρόταση, οι τέσσερις αστυνομικοί να δικαστούν για το κακούργημα της θανατηφόρας έκθεσης από υπόχρεο διά παραλείψεως, μίλησε στην ΕΡΤ.
«Αν όλοι αυτοί οι αστυνομικοί έκαναν αυτό που έπρεπε, τη δουλειά τους, η κόρη μου θα ήταν ζωντανή. Έστω τραυματισμένη, θα είχε αναρρώσει αυτή τη στιγμή. Κανένας δεν έκανε τα αυτονόητα της δουλειάς τους. Υπάρχουν παιδιά στην αστυνομία που έχουν δώσει τη ζωή και το αίμα τους, υπάρχουν παιδιά που κινδυνεύουν να μην γυρίσουν στο σπίτι τους λόγω της εγκληματικότητας. Αυτοί οι 4-5 θα έπρεπε να ντρέπονται, να πετάξουν τη στολή τους και να φύγουν από το Σώμα, να ζητήσουν συγγνώμη, όχι σε μένα προσωπικά, δημόσια στην Ελλάδα», είπε στην ΕΡΤ.
«Το παιδί μου το έχασα, τουλάχιστον να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι», λέει ο πατέρας της Κυριακής Γρίβας
Ο πατέρας της Κυριακής Γρίβας δήλωσε ότι «μόνο ο ειδικός φρουρός ήρθε στο δικαστήριο όταν ήταν να δικαστεί και μου ζήτησε συγγνώμη και μου είπε “έκανα λάθος, ήταν βλακεία μου”. Ούτε ο τηλεφωνητής ούτε η επόπτρια που είχε απαξιωτικό ύφος ή η αξιωματικός υπηρεσίας ήρθε με αθλητικό ντύσιμο στο δικαστήριο. Πού πας; Στο δικαστήριο πηγαίνεις; Ήρθε σαν να μη τρέχει τίποτα και μας είπε κάναμε το καθήκον μας; Ποιο είναι το καθήκον; Η κόρη μου πού είναι, είναι μέσα στο μνήμα».
Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε «να τιμωρηθούν με τη μέγιστη ποινή που τους αρμόζει. Έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη. Μπράβο στον εισαγγελέα που τους παρέπεμψε σε δίκη για κακούργημα γιατί θα είναι προς παραδειγματισμό προς όσους αμαυρώνουν και σπιλώνουν το Σώμα της Αστυνομίας. Περιμένω τη μέγιστη ποινή. Το παιδί μου το έχασα, τουλάχιστον να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι».
Αναφορικά με τον δράστη, ο κ. Γρίβας είπε: «Είχε το περιθώριο που του έδωσαν οι αστυνομικοί. Αν από την ώρα που πήγε η κόρη μου στο τμήμα γίνονταν οι απαραίτητες ενέργειες, δεν θα φτάναμε σε αυτό το σημείο. Και η αξιωματικός υπηρεσίας και η επόπτρια της είχαν πει “κάτσε εδώ δεν θα πας πουθενά”, δεν θα είχε συμβεί τίποτα. Και ο ειδικός φρουρός θα μπορούσε να βγάλει το πιστόλι και να του έριχνε δυο σφαίρες και ο τηλεφωνητής θα μπορούσε να μην κωλυσιεργεί».