Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, αναδείχθηκε στον ισχυρότερο αντίπαλο του Μπένζαμιν Νετανιάχου στις βουλευτικές εκλογές της Τρίτης (27/10) του Ισραήλ. Το κόμμα του ήρθε τελικά δεύτερο στην εκλογική αναμέτρηση-θρίλερ, εξασφαλίζοντας ως αυτή τη στιγμή 46 έδρες, ενώ χρειάζονται 61 για την αυτοδυναμία.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ είναι γιος μεταναστών από το Μαρόκο και το δεύτερο από εννέα παιδιά. Μεγάλωσε στην Τιβεριάδα και στο Εϊλάτ του Ισραήλ, μακριά από τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας της χώρας. Επικεφαλής του κεντρώου κόμματος Γιασάρ πόνταρε στις μαροκινές του ρίζες και στην στρατιωτική του εμπειρία για να νικήσει τον πρωθυπουργό Μπένζαμιν Νετανιάχου.
Ο 66χρονος πολιτικός διεκδίκησε την εξουσία σε μια από τις πιο κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις στην ιστορία του Ισραήλ, την πρώτη μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν.
Ο Άιζενκοτ ανήκει στους Μιζραχί, τους Εβραίους με καταγωγή από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Πρόκειται για μια κοινότητα που παραδοσιακά αποτελούσε σημαντική εκλογική βάση του Λικούντ, του κόμματος Νετανιάχου. Το Ισραήλ δεν είχε ποτέ πρωθυπουργό από αυτή την κοινότητα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το ήμισυ του εβραϊκού πληθυσμού του Ισραήλ είναι καταγωγής Μιζραχί, που ανέρχεται σε περίπου 4 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι Εβραίοι Μιζραχί αντιμετωπίζουν διακρίσεις και παραμέληση από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσης του ισραηλινού κράτους.
Η ισραηλινή κοινωνία προσπάθησε εξαρχής να σβήσει τις αραβικές ταυτότητες των Βορειοαφρικανών Εβραίων. Η υιοθέτηση από τον Άιζενκοτ της ισραηλινο-μαροκινής ταυτότητάς του χρησίμευσε ως μέθοδος «εξόδου από το πλαίσιο» που έχει θέσει η κοινωνία. Ο Άιζενκοτ είναι ο πρώτος που επέτρεψε σε αυτή τη διπλή ταυτότητα να εκφραστεί, σύμφωνα με την Deutsche Welle.
Ο γιος του Άιζενκοτ σκοτώθηκε στη Γάζα
Πριν ασχοληθεί με την πολιτική, ο Άιζενκοτ πέρασε τέσσερις δεκαετίες στον ισραηλινό στρατό. Κατατάχθηκε το 1978 και ανέβηκε σταδιακά στην ιεραρχία, μέχρι που ανέλαβε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από το 2015 έως το 2019, επί πρωθυπουργίας Νετανιάχου.
Στην πολιτική μπήκε το 2022, μαζί με έναν ακόμη πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, τον Μπένι Γκαντς. Μετά την επίθεση της Χαμάς, τον Οκτώβριο του 2023, οι δύο άνδρες συμμετείχαν στο έκτακτο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου. Αποχώρησαν τον Ιούνιο του 2024, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση δεν διέθετε σαφή στρατηγική για την επόμενη ημέρα στη Γάζα.
Στο μεταξύ, ο πόλεμος έπληξε προσωπικά τον Άιζενκοτ. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο μικρότερος γιος του, Γκαλ, σκοτώθηκε σε μάχη στη Γάζα, σε ηλικία 25 ετών. Δύο ανίψια του έχασαν επίσης τη ζωή τους στις συγκρούσεις.
Σε άρθρο του τον Απρίλιο του 2026, ο Άιζενκοτ έγραψε ότι πάνω από τον τάφο του γιου του ορκίστηκε πως η θυσία του, όπως και των υπόλοιπων στρατιωτών που σκοτώθηκαν, δεν θα πήγαινε χαμένη. Έχει παρουσιάσει αυτή την υπόσχεση ως έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους επεδίωκε να κυβερνήσει τη χώρα.
Υπέρ της σκληρής γραμμής
Στα ζητήματα ασφάλειας ο Άιζενκοτ ταυτίζεται με τον Νετανιάχου και παραμένει υπέρμαχος της σκληρής στρατιωτικής γραμμής. Έχει στηρίξει τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν και συμμερίζεται τον στόχο να εμποδιστεί η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Παρά την αντίθεσή του στον Νετανιάχου, ο Άιζενκοτ δεν υποστηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.
Αν και στο παρελθόν είχε προειδοποιήσει ότι η διαρκής ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Όχθης απειλεί το μέλλον του Ισραήλ, μετά την 7η Οκτωβρίου έχει απορρίψει τη λύση των δύο κρατών. Πρόσφατα χαρακτήρισε «εκτός πραγματικότητας» όσους εξακολουθούν να την υποστηρίζουν, χωρίς να παρουσιάσει ένα σαφές εναλλακτικό σχέδιο.