Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης φέρεται να έχει ανοίξει ποινική έρευνα εις βάρος της συγγραφέα και δημοσιογράφου Τζιν Κάρολ, που κατηγόρησε τον Ντόναλντ Τραμπ για σεξουαλική επίθεση και κέρδισε δύο μεγάλες δικαστικές υποθέσεις εναντίον του.
- Οι δικηγόροι της Κάρολ αποκάλυψαν στο δικαστήριο ότι μέρος των εξόδων της καλύφθηκε από μη κερδοσκοπικό οργανισμό που χρηματοδοτεί ο δισεκατομμυριούχος Ριντ Χόφμαν, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την αρχική της κατάθεση.
- Παρότι ομοσπονδιακό εφετείο της Νέας Υόρκης απέρριψε παλαιότερους ισχυρισμούς περί ψευδορκίας, η νέα έρευνα του υπουργείου Δικαιοσύνης επαναφέρει την υπόθεση στο προσκήνιο, σε μία ευαίσθητη πολιτικά περίοδο για τις ΗΠΑ.
- Η Κάρολ είχε κατηγορήσει τον Τραμπ για σεξουαλική επίθεση τη δεκαετία του '90. Δύο δικαστήρια τον έκριναν υπεύθυνο για σεξουαλική κακοποίηση και δυσφήμιση, επιδικάζοντας αποζημιώσεις συνολικού ύψους 88 εκατομμυρίων δολαρίων.
- Η έρευνα προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις, με επικριτές να υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί το υπουργείο Δικαιοσύνης για να στοχοποιεί πολιτικούς αντιπάλους, όπως τον πρώην διευθυντή του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ.
Σύμφωνα με αμερικανικά ΜΜΕ οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς εξετάζουν το ενδεχόμενο η 82χρονη συγγραφέας να διέπραξε ψευδορκία κατά τη διάρκεια κατάθεσής της το 2022, στο πλαίσιο των αστικών αγωγών που είχε καταθέσει κατά του Τραμπ.
Η υπόθεση αφορά συγκεκριμένα δηλώσεις της Κάρολ ότι δεν είχε λάβει οικονομική στήριξη από τρίτους για τη χρηματοδότηση των δικαστικών της εξόδων.
Η χρηματοδότηση από μη κερδοσκοπικό οργανισμό
Λίγους μήνες μετά την κατάθεση, και πριν ξεκινήσει η δίκη, οι δικηγόροι της Κάρολ ενημέρωσαν το δικαστήριο και την πλευρά Τραμπ ότι μέρος των νομικών εξόδων και άλλων δαπανών είχε καλυφθεί από μη κερδοσκοπικό οργανισμό που χρηματοδοτείται από τον Ριντ Χόφμαν, συνιδρυτή του LinkedIn και γνωστό δισεκατομμυριούχο επενδυτή.
Οι δικηγόροι του Τραμπ υποστήριξαν τότε ότι η Κάρολ απέκρυψε σκόπιμα τη χρηματοδότηση αυτή, γεγονός που – όπως υποστήριξαν – έπληττε σοβαρά την αξιοπιστία της.
Η ίδια η Κάρολ είχε δηλώσει μέσω των συνηγόρων της ότι δεν είχε ποτέ προσωπική επικοινωνία ή επαφή με εκπροσώπους του οργανισμού που κάλυψε μέρος των εξόδων. Το δικαστήριο επέτρεψε τότε στην δικηγόρο του Τραμπ, Αλίνα Χάμπα, να υποβάλει εκ νέου ερωτήσεις στην Κάρολ μέσω δεύτερης κατάθεσης.
Εφετείο είχε απορρίψει τις κατηγορίες περί ψευδορκίας της Κάρολ
Παρά τις αιτιάσεις της πλευράς Τραμπ, ομοσπονδιακό εφετείο της Νέας Υόρκης είχε απορρίψει το 2024 τον ισχυρισμό ότι η Κάρολ είχε ψευδορκήσει. Η νέα έρευνα, ωστόσο, φαίνεται πως επαναφέρει στο προσκήνιο την υπόθεση, σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτικά περίοδο ενόψει των αμερικανικών εκλογών και της νέας θητείας Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Σύμφωνα με αμερικανικά μέσα, ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς έχει εξαιρεθεί από την υπόθεση, καθώς στο παρελθόν υπήρξε συνήγορος υπεράσπισης του Τραμπ στις αστικές υποθέσεις της Κάρολ.
Η υπόθεση που οδήγησε στην καταδίκη Τραμπ
Η Τζιν Κάρολ είχε ισχυριστεί στο βιβλίο της το 2019 ότι ο Ντόναλντ Τραμπ της επιτέθηκε σεξουαλικά σε δοκιμαστήριο πολυκαταστήματος στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1990.
Ο Τραμπ αρνήθηκε κατηγορηματικά τις καταγγελίες, χαρακτηρίζοντάς τες ψευδείς και υποστηρίζοντας ότι η Κάρολ «δεν ήταν ο τύπος του».
Η συγγραφέας κατέθεσε αστική αγωγή για σεξουαλική κακοποίηση και δυσφήμιση. Το 2023, σώμα ενόρκων έκρινε τον Τραμπ υπεύθυνο και επιδίκασε αποζημίωση 5 εκατομμυρίων δολαρίων υπέρ της Κάρολ.
Έναν χρόνο αργότερα, δεύτερο δικαστήριο επέβαλε στον Τραμπ επιπλέον αποζημίωση ύψους 83 εκατομμυρίων δολαρίων σε νέα υπόθεση δυσφήμισης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ασκήσει έφεση και στις δύο αποφάσεις.
Καταγγελίες για «στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων»
Η έρευνα κατά της Κάρολ προκαλεί ήδη πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ, με επικριτές του Τραμπ να υποστηρίζουν ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης χρησιμοποιείται για τη δίωξη πολιτικών αντιπάλων και επικριτών του προέδρου.
Αμερικανικά μέσα σημειώνουν ότι το τελευταίο διάστημα έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ομοσπονδιακών ερευνών πρόσωπα που είχαν συγκρουστεί πολιτικά ή δικαστικά με τον Τραμπ, μεταξύ των οποίων ο πρώην διευθυντής του FBI Τζέιμς Κόμεϊ, η γενική εισαγγελέας της Νέας Υόρκης Λετίσια Τζέιμς, αλλά και Δημοκρατικοί βουλευτές όπως ο Άνταμ Σιφ και η Ιλχάν Ομάρ.
Μέχρι στιγμής, πάντως, καμία από αυτές τις έρευνες δεν έχει οδηγήσει σε καταδίκες.