Οι παναμαϊκές αρχές πήραν χθες Δευτέρα τον έλεγχο δυο λιμανιών στη Διώρυγα του Παναμά.
Αυτό έγινε μετά την ακύρωση από τη δικαιοσύνη της σύμβασης παραχώρησης της εκμετάλλευσής τους από την εταιρεία CK Hutchison του Χονγκ Κονγκ, η θυγατρική της οποίας στο κράτος της κεντρικής Αμερικής κατήγγειλε το «παράνομο» μέτρο.
Στα τέλη Ιανουαρίου, το ανώτατο δικαστήριο του Παναμά έκρινε «αντισυνταγματική» τη σύβαση που έδινε από το 1997 το δικαίωμα εκμετάλλευσης των δυο λιμανιών στην Panama Ports Company (PPC), θυγατρική της CK Hutchison. Πρόκειται για δυο λιμένες στα δυο άκρα της Διώρυγας, αυτό της Κριστόμπαλ, στον Ατλαντικό, κι αυτό της Μπαλμπόα στον Ειρηνικό.
Ο πρόεδρος του Παναμά Χοσέ Ραούλ Μουλίνο δήλωσε χθες Δευτέρα ότι «με πρόσχημα την εκμετάλλευση των δυο λιμανιών δημιουργήθηκε για χρόνια αυτόνομη περιοχή», καταγγέλλοντας τη σύμβαση με την PPC, που «υπέταξε» τη χώρα «χωρίς καμιά διαφάνεια».
Σύμφωνα με το παναμαϊκό ελεγκτικό συνέδριο, το οποίο προσέφυγε στο ανώτατο δικαστήριο εναντίον της σύμβασης, το δημόσιο δεν έχει εισπράξει οφειλές ύψους 1,2 δισεκ. δολαρίων από την PPC.
Την περασμένη εβδομάδα, η CK Hutchison αξίωσε από την παναμαϊκή κυβέρνηση να αρχίσουν διαπραγματεύσεις ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τις λιμενικές εγκαταστάσεις και να «αποφευχθεί το χάος».
Όμως χθες «η ναυτιλιακή αρχή του Παναμά πήρε στην κατοχή του τα λιμάνια της και εγγυάται τη συνέχεια της εκμετάλλευσής τους», ανακοίνωσε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ο Μαξ Φλόρες, διευθυντής λιμένων του θεσμού. Το μέτρο επισημοποιήθηκε με εκτελεστικό διάταγμα μερικές ώρες μετά τη δημοσίευση στην επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του ανωτάτου δικαστηρίου.
Τι προβλέπει το διάταγμα
Το διάταγμα αυτό προβλέπει μεταβατική περίοδο 18 μηνών, κατά την οποία τα λιμάνια θα τα εκμεταλλεύονται δυο άλλες εταιρείες, προτού συναφθεί νέα σύμβαση, έπειτα από νέο διεθνή διαγωνισμό, για τη μακροπρόθεσμη εκμετάλλευσή τους, διευκρίνισε.
Η APM Terminals, θυγατρική του ομίλου Maersk (Δανία), θα εκμεταλλεύεται το λιμάνι στην Μπαλμπόα έναντι τιμήματος 26 εκατ. δολαρίων, ενώ η Terminal Investment Limited (TiL), θυγατρική του κολοσσού της εφοδιαστικής MSC, θα αναλάβει την εκμετάλλευση αυτού στην Κριστόμπαλ καταβάλλοντας περίπου 16 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με την κυβέρνηση.
Την περασμένη χρονιά, το 38% των εμπορευματοκιβωτίων που διήλθαν από τον Παναμά πέρασαν από αυτά τα δυο λιμάνια.
Η εξέλιξη καταγράφεται καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν να περιορίσουν την επιρροή της Κίνας στη Διώρυγα του Παναμά, στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό 80 χιλιομέτρων, από την οποία διέρχεται περί το 5% των αγαθών που διακινούνται διά θαλάσσης παγκοσμίως.
Η αντίδραση της PPC
Η PPC αντέδρασε τονίζοντας πως «αντιτίθεται σθεναρά στα διαβήματα της κυβέρνησης (…) για τον παράνομο έλεγχο» των λιμανιών «χωρίς διαφάνεια, ούτε συντονισμό».
«Το κράτος είναι υπεύθυνο για κάθε βλάβη ή ζημία προκληθεί», πρόσθεσε η εταιρεία, προειδοποιώντας εναντίον των «σοβαρών κινδύνων» στα τερματικά.
Η υπουργός Εργασίας και Ανάπτυξης Γιακλίν Μουνιός διαβεβαίωσε πως «δεν θα γίνουν απολύσεις» στα δυο λιμάνια, όπου δουλεύουν κάπου 1.200 άνθρωποι.
«Όλα έχουν σταματήσει, δεν ξέρουμε τι θα γίνει με μας», είπε ωστόσο εργαζόμενος, υπό τον όρο να μην κατονομαστεί, στο Γαλλικό Πρακτορείο στο λιμάνι στην Μπαλμπόα.
Η Ουάσιγκτον δεν έκρυψε την ικανοποίησή της για το γεγονός. Η εταιρεία που διαχειριζόταν τα λιμάνια μέχρι χθες «δεν έκανε καλή δουλειά», είπε στον Τύπο ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στον Παναμά, ο Κέβιν Καμπρέρα, υπογραμμίζοντας ότι ο Παναμάς έχει κάθε δικαίωμα να εφαρμόζει αυτό που αποφασίζει «το δικαστικό του σύστημα».
Η CK Hutchison, καταγγέλλοντας πως υφίσταται «πολύ σοβαρή ζημία», έκανε σαφές πως θα αμφισβητήσει την παναμαϊκή απόφαση ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ΔΕΕ), που εδρεύει στο Παρίσι.
Το ανώτατο δικαστήριο του Παναμά έκρινε ότι η σύμβαση παραχώρησης στη CK Hutchison, η οποία ανανεώθηκε για άλλα 25 χρόνια το 2021, ήταν «αντισυνταγματική» διότι ευνοούσε κατά τρόπο «δυσανάλογο» τον όμιλο του Χονγκ Κονγκ «προς ζημία των δημοσίων ταμείων» της χώρας.
Η απόφαση ικανοποιεί την Ουάσιγκτον αλλά προκαλεί οργή στο Πεκίνο, που ξεκαθάρισε πως θα λάβει μέτρα για να «προστατεύσει τα δικαιώματα και τα νόμιμα συμφέροντα των εταιρειών» της Κίνας.