Σε δίκη στο Αμβούργο παραπέμπεται Ουκρανός στρατιωτικός, ο οποίος κατηγορείται για συμμετοχή στο σαμποτάζ των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream, τον Σεπτέμβριο του 2022.
Η υπόθεση αφορά μία από τις πιο εντυπωσιακές πράξεις δολιοφθοράς στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία, καθώς οι εκρήξεις προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στις υποθαλάσσιες εγκαταστάσεις που μετέφεραν ρωσικό φυσικό αέριο προς τη Γερμανία.
Όπως αναφέρει η Guardian, o αξιωματικός των ουκρανικών ειδικών δυνάμεων Σερχίι Κουζνέτσοφ κατηγορείται ότι συμμετείχε στις εκρήξεις του Σεπτεμβρίου του 2022 στους αγωγούς Νord Stream.
Σε αντίστοιχο ρεπορτάζ του Reuters, αναφέρεται ότι πρόκειται για πρώην στρατιωτικό, χωρίς να καθίσταται σαφές αν ήταν εν ενεργεία κατά την περίοδο που πραγματοποιήθηκε το σαμποτάζ.
Ο ίδιος αρνείται κάθε εμπλοκή, ενώ η υπόθεση προκαλεί πολιτικές αναταράξεις στη Γερμανία, καθώς η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες για επίθεση σε υποδομές μιας από τις σημαντικότερες συμμάχους της.
O Κουζνέτσοφ αντιμετωπίζει κατηγορίες που σχετίζονται με συνέργεια σε εγκλήματα πολέμου μέσω επίθεσης σε πολιτικές υποδομές, πρόκληση έκρηξης, καταστροφή περιουσίας και διατάραξη δημόσιων υπηρεσιών.
Οι κατηγορίες για τις εκρήξεις στη Βαλτική
Κατά τους εισαγγελείς, ο Κουζνέτσοφ φέρεται να προετοίμασε και να εκτέλεσε την τοποθέτηση τουλάχιστον τεσσάρων εκρηκτικών μηχανισμών, βάρους έως 27 κιλών ο καθένας, σε βάθος περίπου 80 μέτρων κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα, κοντά στο δανικό νησί Μπόρνχολμ.
Οι γερμανικές αρχές εκτιμούν ότι στην επιχείρηση συμμετείχαν ακόμη έξι άτομα, μεταξύ των οποίων τέσσερις δύτες βαθέων υδάτων, ένας ειδικός στα εκρηκτικά και ο καπετάνιος σκάφους. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να χρησιμοποίησαν νοικιασμένο ιστιοπλοϊκό σκάφος και εκρηκτικά με χρονοδιακόπτη.
Ο Κουζνέτσοφ έχει αρνηθεί οποιαδήποτε ανάμειξη. Την εμπλοκή της αρνείται συνολικά και η Ουκρανία.
Οι αγωγοί που υπέστησαν σοβαρές ζημιές
Οι εκρήξεις σημειώθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2022 και έπληξαν τα δίκτυα Nord Stream 1 και Nord Stream 2. Ο πρώτος αποτελούσε την κύρια οδό μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου προς τη Γερμανία, πριν η Μόσχα διακόψει τις προμήθειες τον Αύγουστο του ίδιου έτους.
Οι αγωγοί είχαν κατασκευαστεί για να μεταφέρουν φυσικό αέριο από το Βίμποργκ της δυτικής Ρωσίας στο Λούμπμιν, κοντά στο Γκράιφσβαλντ της βόρειας Γερμανίας. Ο Nord Stream 2 ήταν έτοιμος να τεθεί σε λειτουργία, αλλά η Γερμανία είχε αναστείλει τη διαδικασία έγκρισης λίγο πριν από τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία.
Όπως επισημαίνει η βρετανική Guardian, οι επιθέσεις σημειώθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές χώρες επιχειρούσαν να απεξαρτηθούν από τη ρωσική ενέργεια, ως απάντηση στην επιθετικότητα του Κρεμλίνου. Παράλληλα, ανέδειξαν την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης, ιδιαίτερα της Γερμανίας, και την ευαλωτότητα των υποθαλάσσιων υποδομών σε συνθήκες πολέμου.
Οι αλληλοκατηγορίες Ρωσίας, ΗΠΑ και Ουκρανίας
Αρχικά, παρατηρητές στον τομέα της ασφάλειας είχαν αποδώσει την ευθύνη για τις εκρήξεις, στη Μόσχα. Η Ρωσία αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή και κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες απέρριψαν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς.
Ωστόσο, τον Ιούλιο, Γερμανοί εισαγγελείς κατηγόρησαν «κρατικές αρχές της Ουκρανίας» ότι έδωσαν την εντολή για την επίθεση. Σύμφωνα με το σκεπτικό τους, «στόχος ήταν να διακοπεί οριστικά η παροχή φυσικού αερίου μέσω των αγωγών και να αποτραπεί η χρήση των εσόδων από το εμπόριο φυσικού αερίου για τη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας της Ρωσίας».
Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, έχει αρνηθεί ότι η χώρα του εμπλέκεται στο σαμποτάζ. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη τις πολιτικές και διπλωματικές ευαισθησίες της υπόθεσης, απέφυγε να σχολιάσει τη δίκη. Η Ουκρανία βρίσκεται ουσιαστικά στο επίκεντρο μιας έρευνας για επίθεση σε υποδομές χώρας που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της στον πόλεμο.
Η σύλληψη στην Ιταλία και ο δεύτερος ύποπτος
Ο Κουζνέτσοφ συνελήφθη τον Αύγουστο του 2025 στην Ιταλία, ενώ βρισκόταν σε οικογενειακές διακοπές. Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, παραδόθηκε χωρίς να προβάλει αντίσταση, ενώ ταξίδευε με πλαστό διαβατήριο. Εκδόθηκε στη Γερμανία τον Νοέμβριο του 2025, αφού απέτυχαν οι νομικές προσπάθειες να αποτραπεί η έκδοσή του.
Παράλληλα, τον Αύγουστο του 2026 συνελήφθη στη βόρεια Κροατία, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος, ένας ακόμη ύποπτος, ο Βολοντίμιρ Ζουραβλιόφ. Πρόκειται για τεχνικό κλιματιστικών και ερασιτέχνη δύτη, ο οποίος αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή. Έχει ζητήσει άσυλο στην Κροατία και επιχειρεί να εμποδίσει την έκδοσή του στη Γερμανία.
Πολιτικές αντιδράσεις και η σκιά του Σρέντερ
Η υπόθεση έχει ήδη αξιοποιηθεί πολιτικά από το ακροδεξιό, φιλορωσικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο ενισχύεται στις δημοσκοπήσεις. Το κόμμα χρησιμοποιεί το σαμποτάζ ως επιχείρημα υπέρ της διακοπής της γερμανικής βοήθειας προς την Ουκρανία και της επαναλειτουργίας του αγωγού, υποστηρίζοντας ότι η φθηνή ενέργεια θα μπορούσε να ανακουφίσει τα νοικοκυριά από την ακρίβεια.
Το ζήτημα συνδέεται και με τον πρώην Γερμανό καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο ίδιος και ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, είχαν προωθήσει τον Nord Stream 1, παρακάμπτοντας την Ουκρανία ως χώρα διέλευσης. Μετά την αποχώρησή του από την καγκελαρία, ο Σρέντερ ανέλαβε την προεδρία του εποπτικού συμβουλίου της εταιρείας Nord Stream AG. Σύμφωνα με το Reuters, η παρουσία του στους εορτασμούς για τα γενέθλια του Πούτιν, στις αρχές Οκτωβρίου 2026, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του νυν καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς.
Η υπερασπιστική γραμμή και το χρονοδιάγραμμα
Το δικαστήριο του Αμβούργου απέρριψε αίτημα της ρωσικής πλευράς να συμμετάσχει στη δίκη ως συνασκούσα πολιτική αγωγή. Η Gazprom, ιδιοκτήτρια του Nord Stream 2, επικαλέστηκε τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες της επίθεσης. Το δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι, παρά το υψηλό κόστος επισκευής, η αποκατάσταση των αγωγών δεν θα ήταν οικονομικά αδύνατη.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο Κουζνέτσοφ αναμένεται να διατηρήσει το δικαίωμά του στη σιωπή. Η στρατιωτική του ταυτότητα φέρεται να δείχνει ότι υπηρετούσε ενεργά κατά τον χρόνο των εκρήξεων. Η υπεράσπισή του αναμένεται επίσης να καταθέσει ένορκες βεβαιώσεις δύο ανωτέρων του, υποστηρίζοντας ότι δεν επιτρέπεται να αποκαλύψει λεπτομέρειες των στρατιωτικών του ενεργειών.