Το νέο μέτωπο αντιπαράθεσης που άνοιξε με την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη.
Την ίδια ώρα, η κίνηση του Αμερικανού προέδρου αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, με γερουσιαστές και βουλευτές να κατηγορούν τον Λευκό Οίκο ότι χαλαρώνει την πίεση προς τη Μόσχα, παρά τις δεσμεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Την ίδια ώρα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποιεί ότι η άρση των κυρώσεων ενδέχεται να ενθαρρύνει περαιτέρω τη ρωσική επιθετικότητα, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιχειρούν να διατηρήσουν ενιαίο μέτωπο στήριξης προς το Κίεβο.
Τα αίτια της απόφασης Τραμπ και οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο
Το βράδυ της Παρασκευής, 16 Οκτωβρίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ανέστειλε την εφαρμογή σημαντικών κυρώσεων και δασμών που προβλέπονταν από τον νόμο Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act, τον οποίο είχε υπογράψει μόλις τον Σεπτέμβριο.
Η νομοθεσία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, μέτρα κατά της Ρωσίας και επιβαρύνσεις σε εισαγωγές από χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αιτιολόγησε την απόφασή του επικαλούμενος τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Η απόφαση του Τραμπ να χαλαρώσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας συνδέεται από τα αμερικανικά ΜΜΕ με την προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών της ενέργειας και διασφάλισης επαρκών προμηθειών καυσίμων στις ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει παράλληλα να διευκολύνει την πρόσβαση σε ρωσικό ντίζελ, προσδοκώντας ότι η αύξηση της προσφοράς θα συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών, ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Επίσης, ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η αναστολή των κυρώσεων διατηρεί ανοιχτό τον δρόμο των διαπραγματεύσεων με τη Μόσχα για μια συμφωνία ειρήνης στην Ουκρανία.
Η αιτιολόγηση, ωστόσο, δεν έπεισε σημαντικό αριθμό νομοθετών. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Τίλις χαρακτήρισε την απόφαση «πέρα από κάθε έννοια ανευθυνότητας», υπενθυμίζοντας ότι η σχετική νομοθεσία είχε εγκριθεί από τη Γερουσία με 86 ψήφους υπέρ και 11 κατά. Ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν, από την πλευρά του, σχολίασε ότι ο Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο βασικός υποστηρικτής του νόμου, θα ήταν αποτροπιασμένος.
Αντίστοιχα, ο επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι προσφέρει οικονομική ανάσα στη Ρωσία, ενώ άλλοι Δημοκρατικοί υποστήριξαν ότι η απόφαση υπονομεύει τη στήριξη προς την Ουκρανία. Η διακομματική δυσαρέσκεια ενδέχεται να δυσκολέψει την προώθηση της νομοθετικής ατζέντας του Λευκού Οίκου όταν το Κογκρέσο επιστρέψει από τη διακοπή των εργασιών του.
Ζελένσκι: «Η απόφαση βοηθά μόνο τους Ρώσους» -Η ανησυχία του Κιέβου
Η αντίδραση της Ουκρανίας ήταν άμεση. Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε λανθασμένη την απόφαση του Αμερικανού προέδρου, προειδοποιώντας ότι η χαλάρωση των περιορισμών μπορεί να ενισχύσει τη διάθεση της Μόσχας να συνεχίσει τον πόλεμο.
«Η απόφαση να ανατραπούν όλα αυτά και να μπλοκαριστούν φαίνεται λανθασμένη. Σίγουρα βοηθά μόνο τους Ρώσους», ανέφερε ο Ουκρανός πρόεδρος σε ανάρτησή του, σύμφωνα με το Reuters.
Το Κίεβο φοβάται ότι η συγκεκριμένη κίνηση δεν αποτελεί μεμονωμένη επιλογή, αλλά ενδέχεται να σηματοδοτεί μια ευρύτερη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της χαλάρωσης των κυρώσεων. Οι ανησυχίες εντείνονται από την πρόσφατη συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, καθώς και από τις πιέσεις της Ουάσιγκτον προς την ουκρανική πλευρά για περιορισμό των επιθέσεων σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Για την ουκρανική ηγεσία, το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η αμερικανική υποστήριξη παραμένει κρίσιμη για την άμυνα της χώρας, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία εντείνει τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές ενόψει του χειμώνα. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική στρατιωτική και πληροφοριακή βοήθεια των ΗΠΑ ενισχύει την πίεση προς το Κίεβο να εξασφαλίσει εναλλακτικές πηγές στήριξης.
Η Ευρώπη επιμένει στις κυρώσεις και αναζητά κοινή γραμμή
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιχειρούν να διατηρήσουν την πίεση προς τη Μόσχα, παρά τις διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στην αμερικανική πολιτική. Στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 15 Οκτωβρίου, οι ηγέτες της ΕΕ επανέλαβαν τη σταθερή στήριξή τους προς την Ουκρανία και υπογράμμισαν την ανάγκη να περιοριστούν περαιτέρω τα ενεργειακά έσοδα της Ρωσίας, να κλείσουν τα κενά στην εφαρμογή των κυρώσεων και να αντιμετωπιστεί η παράκαμψή τους.
Στα συμπεράσματά τους εξέφρασαν επίσης τη λύπη τους για την απόφαση των ΗΠΑ να άρουν προσωρινά τις κυρώσεις στο ρωσικό ντίζελ. Παράλληλα, καταδίκασαν τις ρωσικές επιθέσεις κατά αμάχων και κρίσιμων υποδομών, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης της ουκρανικής ανθεκτικότητας ενόψει του χειμώνα.
Τι ζητούν από τον Ζελένσκι οι Ευρωπαίοι
Την ίδια ώρα, η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί και τις εντάσεις στις σχέσεις Τραμπ - Ζελένσκι. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, Ευρωπαίοι ηγέτες σχεδιάζουν να ζητήσουν από τον Ουκρανό πρόεδρο να μετριάσει τη δημόσια κριτική του προς τον Αμερικανό πρόεδρο, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί περαιτέρω ρήξη με την Ουάσιγκτον.
Το βασικό ζητούμενο για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι να διατηρήσουν τη διατλαντική συνεργασία, χωρίς να εγκαταλείψουν τη στήριξη προς το Κίεβο. Ωστόσο, η απόφαση Τραμπ για τις κυρώσεις επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο η Ευρώπη θα χρειαστεί να αναλάβει μεγαλύτερο οικονομικό και αμυντικό βάρος, εάν οι ΗΠΑ επιλέξουν να περιορίσουν την πίεση προς τη Ρωσία.