Η πρόσφατη, κατηγορηματική ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης σχετικά με το περιστατικό με drones στο αεροδρόμιο της Λειψίας δεν αποτελεί απλώς άλλη μια καταγγελία σε ένα τεταμένο διεθνές περιβάλλον.
Σηματοδοτεί μια βαθιά, δομική μεταστροφή στην εξωτερική πολιτική του Βερολίνου, η οποία αφήνει οριστικά πίσω της την εποχή της διπλωματικής διαλλακτικότητας.
Όπως επισημαίνει στο iefimerida.gr ο Κώστας Α. Λάβδας, καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, για χρόνια οι γερμανικές κυβερνήσεις απέφευγαν να κατονομάσουν ευθέως τη Ρωσία σε παρόμοια περιστατικά, αφήνοντας πάντα «παράθυρα» εναλλακτικών ερμηνειών και περαιτέρω συνεννόησης. Η σημερινή αυστηρότητα και η ανοιχτή προαναγγελία αντιποίνων δείχνουν ότι το Βερολίνο έχει περάσει σε μια νέα φάση απόλυτης αντιπαράθεσης.
Η ιστορική αναδρομή: Από τον Nord Stream στις κυβερνοεπιθέσεις
Σύμφωνα με τον καθηγητή και πρόεδρο του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η μεταστροφή αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς το πρόσφατο παρελθόν. Πριν τέσσερα χρόνια, τον Σεπτέμβριο 2022, η καταστροφή των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream 1 και 2 είχε αποδοθεί σε ρωσικό σαμποτάζ. Τελικά, η επίσημη γερμανική δικαστική διερεύνηση οδήγησε σε διεθνή εντάλματα σύλληψης για Ουκρανούς σαμποτέρ και δύτες, οι οποίοι φέρονται να έδρασαν σε συντονισμό με στρατιωτικά στελέχη της Ουκρανίας.
Από την άλλη πλευρά, η ρωσική υβριδική επιθετικότητα έχει όντως αποδειχθεί στο επίπεδο των κυβερνοεπιθέσεων. Από τη δεκαετία του 2000 η Εσθονία (2007) και αμέσως μετά η Γεωργία (2008) βρέθηκαν αντιμέτωπες με εκτεταμένες ρωσικές κυβερνοεπιθέσεις, προαναγγέλλοντας την ανάδειξη του κυβερνοχώρου ως πεδίου στρατηγικού ανταγωνισμού. Ένα πεδίο στο οποίο η Ρωσία επρόκειτο να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια, ιδίως μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο 2022.
Τι ισχύει, όμως, αναφορικά με τη δραστηριότητα των drones;
Ο κ. Λάβδας εξηγεί ότι, ενώ πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν κατά καιρούς καταγγείλει τη Ρωσία ως υπεύθυνη για πτήσεις που παραβιάζουν σύνορα και εγκυμονούν κινδύνους, η ιδιαιτερότητα της γερμανικής ανακοίνωσης της 1ης Σεπτεμβρίου για το αεροδρόμιο της Λειψίας έγκειται στην κατηγορηματικότητα της καταγγελίας και την αυστηρότητα της προαναγγελίας αντιποίνων.
«Η κρισιμότητα της συγκυρίας οφείλεται και στο υπό διαμόρφωση υπόβαθρο που συνδέει την (προφανώς αναγκαία) προσπάθεια ευρωπαϊκής αμυντικής ανάτασης σχεδόν αποκλειστικά με τη συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Πρόκειται για σύνδεση επικίνδυνη αλλά και ιδιαίτερα ισχυρή στη Γερμανία, της οποίας η βιομηχανική κρίση επιχειρείται να ξεπεραστεί μέσω και της μεγάλης αύξησης των αμυντικών επενδύσεων», αναφέρει.
Ο κίνδυνος διολίσθησης προς έναν δυνητικά θανατηφόρο συνδυασμό
Όμως, η εστίαση του ευρωπαϊκού κενού ασφάλειας αποκλειστικά στη Ρωσία έχει οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αδιέξοδα. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον και με τα γερμανικά οικονομικά προβλήματα να αποκαλύπτονται, η εύθραυστη κυβέρνηση Μερτς στο Βερολίνο έφτασε να υπερακοντίζει τις θέσεις των βορειοανατολικών εταίρων, της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατών.
Στο σημείο αυτό, σύμφωνα πάντα με τον Έλληνα ειδικό, υπάρχει ο κίνδυνος διολίσθησης προς έναν δυνητικά θανατηφόρο συνδυασμό: τη συνέχιση του πολέμου, την αυξανόμενη έκθεση της Ευρώπης και, ταυτόχρονα, τη δέσμευσή της για αυξημένες προμήθειες πολεμικού υλικού (πέραν της ενέργειας) από τις ΗΠΑ, οι οποίες είναι πιθανό να αφήσουν την «καυτή πατάτα» στην Ευρώπη αν τα διπλωματικά αδιέξοδα συνεχιστούν.
«Επείγει η ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών από την Ευρώπη, η οποία τις εγκατέλειψε μετά το τέλος των συζητήσεων τον Μάρτιο 2022. Η διπλωματία δοκιμάστηκε εκ νέου, αποκλειστικά από τις ΗΠΑ, το 2025», σημειώνει ο κ. Λάβδας, περιγράφοντας την κατάσταση.
Ο κίνδυνος ανάφλεξης και η στάση της Ουάσιγκτον
Οι απογοητεύσεις από τον πρόεδρο Τραμπ και οι εντεινόμενες πολεμικές φωνές στη Γερμανία και αλλού, οι οποίες αρχίζουν και πάλι να εστιάζουν στη Ρωσία-ΕΣΣΔ-Ρωσία ως «εχθρό», ωθούν τη Γαλλία σε αγωνιώδη αναζήτηση πρωτοβουλιών, ενώ ο εσωτερικός πολιτικός χρόνος πιέζει όσο πλησιάζουμε προς τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027.
«Στην πραγματικότητα, ανεξαρτήτως του νικητή στη Γαλλία, οι Ευρωπαίοι πρέπει να αποφύγουν να δοκιμάσουν στην πράξη την προσήλωση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα και το Άρθρο 5 της Συμμαχίας. Στην απευκταία περίπτωση που φτάσουμε σε συμβατική ανάφλεξη Ευρώπης-Ρωσίας, η στάση της Ουάσιγκτον είναι αδύνατο αυτή τη στιγμή να θεωρηθεί δεδομένη», λέει ο Κώστας Α. Λάβδας.
Η συστημική μετάβαση και η ανάγκη για οριοθέτηση των συγκρούσεων
Καταλήγοντας ο καθηγητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο υπογραμμίζει ότι η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση έχει κατεξοχήν να κάνει με τη συστημική μετάβαση που βιώνουμε και η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους πολέμους μεταξύ των διαδόχων κρατών της πάλαι ποτέ Σοβιετικής αυτοκρατορίας.
«Όπως και σε περιπτώσεις άλλων αυτοκρατοριών του παρελθόντος που διαλύθηκαν με διάφορους τρόπους, ενδέχεται να παρατηρούμε για μεγάλο διάστημα συγκρούσεις μεταξύ διαδόχων κρατών. Η Ευρώπη έχει κάθε συμφέρον να συμβάλλει στην οριοθέτηση των συγκρούσεων, την αποφυγή εξάπλωσής τους και την έναρξη μιας διπλωματικής πρωτοβουλίας που συνεπάγεται συστηματικές συνομιλίες τόσο με την Ουκρανία όσο και με τη Ρωσία».
*Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ.