Από το 1935, όταν ανακαλύφθηκε στην Αίγυπτο η «μούμια που ουρλιάζει», οι επιστήμονες προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο: γιατί φαίνεται τόσο τρομοκρατημένη;
- Το μυστήριο της «Γυναίκας που Ουρλιάζει» αφορούσε την παραμορφωμένη της έκφραση, παρά την πλούσια ταφή της. Αρχικές θεωρίες περί πλημμελούς ταρίχευσης απορρίφθηκαν, καθώς η υψηλή κοινωνική της θέση καθιστούσε ένα τέτοιο σφάλμα απίθανο.
- Επιστήμονες στο Κάιρο, μέσω αξονικών τομογραφιών, κατέληξαν ότι η έκφρασή της οφείλεται σε «πτωματικό σπασμό». Πέθανε βιώνοντας ακραίο πόνο, με αποτέλεσμα οι μύες της να παγώσουν ακαριαία τη στιγμή του θανάτου, διατηρώντας την κραυγή της.
- Μια διαφορετική περίπτωση είναι αυτή του Πρίγκιπα Πενταουέρ, ο οποίος συνωμότησε για τη δολοφονία του πατέρα του, Φαραώ Ραμσή Γ'. Μετά την αποκάλυψη της συνωμοσίας, δικάστηκε, καταδικάστηκε να αυτοκτονήσει και υπέστη τιμωρητική ταφή.
- Η ταφή του Πενταουέρ σχεδιάστηκε για να του στερήσει τη μεταθανάτια ζωή. Το σώμα του τυλίχθηκε σε ακάθαρτο δέρμα προβάτου, το σαγόνι του αφέθηκε εσκεμμένα ανοιχτό και τα άκρα του δέθηκαν, ως αιώνια τιμωρία.
Η μούμια της γυναίκας, θαμμένη δίπλα σε βασιλικούς αρχιτέκτονες και συνεργάτες της πρώτης γυναίκας Φαραώ Χατσεψούτ, βρέθηκε με το πρόσωπό της παραμορφωμένο και το στόμα της ορθάνοιχτο, σαν να είχε παγώσει σε μια αιώνια κραυγή τρόμου.
Το γυναικείο πτώμα, γνωστό ως «γυναίκα που ουρλιάζει», αρχικά θεωρήθηκε ότι δεν είχε υποστεί καλή μουμιοποίηση ωστόσο, η ταφή της αποκαλύφθηκε ότι ήταν απίστευτα πλούσια.
Τώρα οι επιστήμονες ίσως τελικά κατάφεραν να ξεδιαλύνουν το μυστήριο πίσω από τον θάνατο της αιγυπτιακής μούμιας, μετά από 3.000 χρόνια.
Ποια ήταν η αρχαία Αιγύπτια
Θαμμένη ανάμεσα σε ακριβά εισαγόμενα υλικά, όπως λιβάνι και ρητίνη αρκεύθου, η εύπορη 48χρονη γυναίκα φορούσε μια περούκα φτιαγμένη από ίνες χουρμαδιάς, βαμμένη με ακριβή κοκκινωπή χέννα και καλυμμένη με κρυσταλλική σκόνη.
Η μούμια της ανακαλύφθηκε το 1935 στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, κάτω από τον τάφο του Σενμούτ, του διάσημου αρχιτέκτονα (και πιθανού εραστή) της βασίλισσας Χατσεψούτ που έζησε πριν από 3.500 χρόνια.
Επιγραφές πάνω σε παπύρους από λινό ύφασμα την προσδιορίζουν ως: «Τη Βασιλική Θυγατέρα, τη Βασιλική Αδελφή Μεριταμέν». Ωστόσο, η μούμια θεωρούνταν άγνωστη και είχε χαρακτηριστεί ως «Η Μούμια της Άγνωστης Γυναίκας», καθώς υπήρχαν πολλές πριγκίπισσες με το ίδιο όνομα —για παράδειγμα, η Μεριταμέν, κόρη του βασιλιά Σεκενενρέ Τάο της 17ης Δυναστείας (1558–1553 π.Χ.), και η Μεριταμέν, κόρη του βασιλιά Ραμσή Β΄ (1279–1213 π.Χ.) της 19ης Δυναστείας.
Για χρόνια, οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι το στόμα της έμεινε ανοιχτό λόγω κακής ή πρόχειρης ταρίχευσης, επειδή οι μουμιοποιητές ξέχασαν να δέσουν το σαγόνι της. Καθώς όμως η νεκρή φαίνεται ότι άνηκε σε ανώτερη κοινωνική τάξη, κάτι τέτοιο θεωρειται απίθανο.
Ένα άλλο αναπάντητο ερώτημα προέκυψε από το γεγονός ότι τα εσωτερικά της όργανα παρέμειναν μέσα στο σώμα της, παρά τις παραδόσεις, χωρίς να έχει μείνει κανένα σημάδι τομής στην κοιλιά της, υποδηλώνοντας έναν μοναδικό τρόπο διατήρησης.
Πώς πέθανε «ουρλιάζοντας»
Οι επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου, διενεργώντας ακτινογραφίες και αξονικές τομογραφίες στη μούμια για να αξιολογήσουν τη φυσική της κατάσταση, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η γυναίκα είχε την έκφραση κάποιου που βιώνει έντονο πόνο, ή κάτι που ονομάζεται «πτωματικός σπασμός».
Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Medicine ανέφερε: «Η έκφραση κκραυγής της μούμιας θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως σπασμός σε πτώμα, υπονοώντας ότι η γυναίκα πέθανε ουρλιάζοντας από αγωνία ή πόνο».
Οι ερευνητές υποστηρίζουν πλέον ότι η έκφρασή της οφείλεται σε πτωματικό σπασμό (cadaveric spasm). Πρόκειται για μια σπάνια μορφή ακαμψίας που συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει σε κατάσταση ακραίου πόνου ή συναισθηματικού στρες.
Οι μύες της πάγωσαν αμέσως τη στιγμή του θανάτου, αποτυπώνοντας την οδύνη της για πάντα, και οι ταριχευτές απλώς τη μουμιοποίησαν όπως ήταν.
Ο Πρίγκιπας Πενταουέρ, που θάφτηκε επίτηδες με ανοιχτό σαγόνι, ως αιώνια τιμωρία
Αυτή είναι η πιο «σκοτεινή» και πολιτικά φορτισμένη περίπτωση «μούμιας που ουρλιάζει», η οποία εκτίθεται στο Αιγυπτιακό Μουσείο του Καΐρου.
Ο Πρίγκιπας Πενταουέρ ήταν γιος του Φαραώ Ραμσή Γ' και συμμετείχε στη διαβόητη «Συνωμοσία της Χαρεμιού» για να δολοφονήσει τον πατέρα του, ώστε να πάρει τον θρόνο.
Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, ο Ραμσής Γ' όντως δολοφονήθηκε (όπως έδειξαν τομογραφίες που βρήκαν βαθύ κόψιμο στον λαιμό του), αλλά ο Πενταουέρ δικάστηκε και καταδικάστηκε να αυτοκτονήσει.
Η ταπεινωτική ταφή του και η κατάσταση της μούμια του αντικατοπτρίζει μια σκοτεινή ιστορία προδοσίας, βασιλοκτονίας και αιώνιας τιμωρίας.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι για να περάσει κανείς στη μεταθανάτια ζωή, το σώμα έπρεπε να διατηρηθεί άθικτο και αγνό. Στην περίπτωση του Πενταουέρε, η ταφή του σχεδιάστηκε σκόπιμα για να τον καταδικάσει στην αιώνια λήθη.
Σε αντίθεση με την «Κραυγάζουσα Γυναίκα», η δική του μούμια έλαβε τιμωρητική ταρίχευση: Δεν του αφαιρέθηκαν τα όργανα, δεν χρησιμοποιήθηκαν σωστά υγρά ταρίχευσης, και το σώμα του τυλίχθηκε σε τομάρι προβάτου — ένα υλικό που οι αρχαίοι Αιγύπτιοι θεωρούσαν τελετουργικά ακάθαρτο.
Το σαγόνι του αφέθηκε επίτηδες ανοιχτό, ως μια αιώνια καταδίκη για την πατροκτονία που διέπραξε.
Καθώς το σώμα του δεν μουμιοποιήθηκε κανονικά αλλά αφέθηκε να στεγνώσει φυσικά σε αλάτι, το κεφάλι του έγειρα προς τα πίσω και το σαγόνι του άνοιξε, παίρνοντας αυτή τη μακάβρια έκφραση πόνου καθώς ξεράθηκαν οι μύες.
Τέλος, τα χέρια και τα πόδια του βρέθηκαν σφιχτά δεμένα με δερμάτινα λουριά.
Σήμερα, η μούμια βρίσκεται και εκτίθεται στο Αιγυπτιακό Μουσείο του Καΐρου, αποτελώντας μια ζωντανή, ανατριχιαστική μαρτυρία μιας από τις μεγαλύτερες πολιτικές συνωμοσίες της αρχαιότητας.