Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει τις τύχες του κόσμου στα χέρια ενός εκκεντρικού διδύμου που έχει αναλάβει να φέρει την ειρήνη που οραματίζεται η Ουάσιγκτον.
Η εικόνα θυμίζει ελίτ δικηγορική φίρμα ή αρχιτεκτονικό γραφείο που υπόσχεται να μεταμορφώσει ερείπια σε φουτουριστικές μητροπόλεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κουσνερ -oι δύο πλούσιοι και με πολλές διασυνδέσεις Αμερικανοί διαπραγματευτές-βρίσκονται στο επίκεντρο μιας από τις πιο φιλόδοξες και αμφιλεγόμενες διπλωματικές αποστολές της σύγχρονης εποχής, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Σε Γενεύη και Ουάσιγκτον
Με την πλήρη πολιτική κάλυψη του Tραμπ, επιχειρούν να διαχειριστούν ταυτόχρονα τρεις από τις πιο επικίνδυνες εστίες έντασης στον κόσμο: Τη Γάζα, την Ουκρανία και το Ιράν.
Την Τρίτη, σε μια εντυπωσιακή διπλωματική «μαραθώνια» ημέρα στη Γενεύη, το δίδυμο συναντήθηκε με Ρώσους, Ουκρανούς και Ιρανούς αξιωματούχους. με προφανή στόχο να διατηρηθούν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας και να διερευνηθούν περιθώρια συμφωνιών εκεί όπου άλλοι βλέπουν μόνο αδιέξοδο.
Οι ίδιοι αναμένεται να επιστρέψουν στην Ουάσιγκτον για συνεδρίαση του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης», ενός άτυπου, αλλά ισχυρά χρηματοδοτούμενου δικτύου ιδιωτικής διπλωματίας που λειτουργεί παράλληλα με τους θεσμικούς μηχανισμούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πρώτη αποστολή του οποίου είναι η Γάζα.
Τα τρία μέτωπα και η μία αποστολή
Η αποστολή τους εκτείνεται σε τρία γεωπολιτικά πεδία με παγκόσμιες συνέπειες.
Πρώτον, η κατάπαυση του πυρός μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς στην Γάζα αποτέλεσε μέχρι στιγμής τη σημαντικότερη επιτυχία τους, παραδέχεται το CNN, το οποίο συνολικά επικρίνει την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ. Η συμφωνία περιλάμβανε ανταλλαγές ομήρων και κρατουμένων, καθώς και διευρυμένη ανθρωπιστική βοήθεια προς τον θύλακα. Ωστόσο, το δεύτερο στάδιο, ο αφοπλισμός της Χαμάς και η εγκαθίδρυση διεθνούς δύναμης σταθεροποίησης, φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο. Η αμοιβαία καχυποψία, οι περιοδικές παραβιάσεις της εκεχειρίας και η απροθυμία κρατών να στείλουν στρατεύματα σε ενεργό ζώνη σύγκρουσης καθιστούν το εγχείρημα εύθραυστο.
Δεύτερο μέτωπο είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία ο οποίος έχει μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δεν δείχνει διατεθειμένος να αποχωρήσει χωρίς ουσιαστικά εδαφικά κέρδη, ειδικά στο Ντονμπάς. Από την άλλη, το Κίεβο δεν μπορεί πολιτικά ή στρατιωτικά να αποδεχθεί απώλεια εδαφών που θεωρεί κρίσιμα για την άμυνά του. Η ανησυχία για πιθανή ευρύτερη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ αυξάνεται όσο ο πόλεμος παρατείνεται.
Τρίτο μέτωπο, το Ιράν. Οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη κινούνται σε τεντωμένο σχοινί. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς παραδέχθηκε ότι, παρά ορισμένες θετικές ενδείξεις, το Ιράν δεν αποδέχεται βασικές «κόκκινες γραμμές» της Ουάσιγκτον. Η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει περιορισμούς στο πυρηνικό της πρόγραμμα, αλλά απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε διαπραγμάτευση για το βαλλιστικό της οπλοστάσιο και τα περιφερειακά δίκτυα συμμάχων της, τα οποία θεωρεί πυλώνες επιβίωσης του καθεστώτος.
Το εκκεντρικό δίδυμο Κούσνερ Γουίτκοφ
Ο Γουίτκοφ, μεγιστάνας ακινήτων και στενός φίλος του Τραμπ εδώ και δεκαετίες, και ο Κούσνερ, γαμπρός του προέδρου και επενδυτής με ισχυρά δίκτυα στη Μέση Ανατολή, εκπροσωπούν μια διαφορετική σχολή διπλωματίας. Βλέπουν τις συγκρούσεις όχι μόνο ως ιστορικά και ιδεολογικά αδιέξοδα, αλλά και ως προβλήματα διαπραγμάτευσης που μπορούν να επιλυθούν μέσω ανταλλαγών, κινήτρων και επενδυτικών πακέτων, δηλαδή με όρους «μπίζνες».
Οι επικριτές τους, ωστόσο, φοβούνται ότι αυτή η προσέγγιση υποτιμά τη συμβολική και υπαρξιακή διάσταση των συγκρούσεων. Για τους Ουκρανούς, η γη δεν είναι απλώς έδαφος αλλά στοιχείο εθνικής ταυτότητας. Για το Ισραήλ και τους Παλαιστινίους, η Γάζα και η Ιερουσαλήμ φέρουν βαρύ ιστορικό και θρησκευτικό φορτίο. Για το Ιράν, το πυραυλικό πρόγραμμα συνδέεται με την αποτρεπτική του ικανότητα και την εθνική του αξιοπρέπεια.
Παράλληλα, εγείρονται ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, δεδομένων των εκτεταμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους στη Μέση Ανατολή. Η σύγκλιση ιδιωτικών και εθνικών συμφερόντων αποτελεί πάγια κριτική προς το περιβάλλον Τραμπ.
Η πίεση χρόνου και τα «θέλω» του Τραμπ
Ο Τραμπ δεν κρύβει ότι επιθυμεί μια ιστορική συμφωνία που θα ενισχύσει την υστεροφημία του. Αυτή η φιλοδοξία μεταφράζεται σε έντονη πίεση προς το δίδυμο να επιδείξει απτά αποτελέσματα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η ιστορία δείχνει, ωστόσο, ότι οι μεγάλες ειρηνευτικές συμφωνίες απαιτούν επίμονη, πολυετή διπλωματία. Από την άλλη πλευρά, η χρήση άτυπων απεσταλμένων δεν είναι πρωτοφανής. Το CNN υπενθυμίζει ότι ο Φράνκλιν Ρούσβελτ αξιοποίησε προσωπικούς διαύλους κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Χένρι Κίσινγκερ παρέκαμψαν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για να ανοίξουν δίαυλο με την Κίνα. Η παράλληλη διπλωματία μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική, αλλά ενέχει κινδύνους έλλειψης θεσμικής συνέχειας, συνέπειας και αξιοπιστίας.
Το δίδυμο καλείται να διαπραγματευτεί με ηγέτες και οργανώσεις που διαθέτουν τεράστια εμπειρία και σκληρή διαπραγματευτική κουλτούρα. Ο Πούτιν θεωρείται μακιαβελικός στρατηγιστής με μακρόπνοη στόχευση. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Η Χαμάς, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει τον αφοπλισμό ως υπαρξιακή απειλή.
Η κριτική εντείνεται όταν ο Γουίτκοφ εμφανίζεται δημόσια με ήπια ρητορική απέναντι στη Μόσχα φιλοφρονήσεις προς τον Ρώσο πρόεδρο. Το σχέδιο 28 σημείων για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία που φέρεται να είχε συνταχθεί από την ομάδα του Γουίτκοφ το περασμένου έτους θεωρήθηκε από ορισμένους υπερβολικά ευνοϊκό για τη Ρωσία, προτού τροποποιηθεί έπειτα από παρέμβαση του υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο.
Η πραγματικότητα στο πεδίο, δείχνει ότι η κατάσταση παραμένει αρκετά πολύπλοκη. Στην Ουκρανία, κάθε καθυστέρηση μπορεί να εξυπηρετεί στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Στο Ιράν, οι συνομιλίες μπορεί να αποτελούν τακτική αποφυγής νέων κυρώσεων ή επιθέσεων. Στη Γάζα, η εκεχειρία μπορεί να είναι απλώς η ανάπαυλα και προετοιμασία εκατέρωθεν πριν από νέο κύκλο βίας.
Η επιτυχία του Γουίτκοφ και του Κούσνερ εξαρτάται όχι μόνο από την πρόσβασή τους στον πρόεδρο, αλλά και από την ικανότητά τους να αντιληφθούν τα βαθύτερα κίνητρα και τις κόκκινες γραμμές κάθε πλευράς. Η «επιχειρηματική» λογική μπορεί να διευκολύνει συμφωνίες ανταλλαγών και οικονομικών κινήτρων, αλλά η ειρήνη απαιτεί πολιτική βούληση και εκπλήρωση πολιτικών στόχων και συμβιβασμών στο ζύγι των συσχετισμών.
Το αμερικανικό δίδυμο έχει ήδη επιτύχει να κρατήσει ανοικτές γραμμές επικοινωνίας σε μια περίοδο βαθιάς διεθνούς καχυποψίας. Όμως η μετάβαση από την προσωρινή αποκλιμάκωση στη βιώσιμη ειρήνη είναι ποιοτικά διαφορετικό βήμα για το οποίο ακόμα κρίνονται.