Το Ιράν βιώνει μία από τις πιο αιματηρές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του.
Το καθεστώς του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ αντιμετώπισε με ακραία βία τις μαζικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν τις τελευταίες εβδομάδες αφήνοντας πίσω χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες.
Ένοπλες πολιτοφυλακές που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, συχνά πάνω σε μηχανές, άνοιξαν πυρ εναντίον άοπλων Ιρανών, με αναφορές για ελεύθερους σκοπευτές που στόχευαν το πρόσωπο, τα μάτια και τα γεννητικά όργανα των διαδηλωτών.
Νεκροτομεία ξεχειλίζουν από πτώματα, νοσοκομεία έχουν κατακλυστεί, ενώ χιλιάδες τραυματίες συνελήφθησαν ακόμη και μέσα από τα νοσοκομειακά κρεβάτια τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο αριθμός των νεκρών στο Ιράν ενδέχεται να ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες. Το ερώτημα που τίθεται πλέον, όπως επισημαίνει ο Economist, δεν είναι μόνο αν το καθεστώς των μουλάδων μπορεί να επιβιώσει, αλλά και τι θα ακολουθούσε σε περίπτωση κατάρρευσής του.
Ένα καθεστώς σκληρό επειδή είναι αδύναμο
Η αγριότητα της καταστολής ερμηνεύεται ως ένδειξη αδυναμίας και όχι ισχύος. Το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς δεν έχει πλέον τίποτα να προσφέρει στους πολίτες του πέρα από τη βία. Η οικονομία συρρικνώνεται, οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται ραγδαία, η ανεργία και η φτώχεια βαθαίνουν.
Στο εξωτερικό, το Ιράν έχει υποστεί διαδοχικές ταπεινώσεις: οι σύμμαχοί του σε Λίβανο, Συρία και Γάζα αποδυναμώθηκαν ή καταστράφηκαν, κυρίως από το Ισραήλ, ενώ ο σύντομος πόλεμος του προηγούμενου έτους αποκάλυψε την αδυναμία του καθεστώτος να προστατεύσει ακόμη και τους ίδιους του τους στρατιωτικούς διοικητές και πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Σε προηγούμενα κύματα διαμαρτυριών στο Ιράν ο Χαμενεΐ είχε επιχειρήσει περιορισμένες παραχωρήσεις, όπως κάποια χαλάρωση του ενδυματολογικού κώδικα για τις γυναίκες. Αυτή τη φορά, η κυβέρνηση πρότεινε ένα γενικό επίδομα ύψους περίπου 7 δολαρίων τον μήνα, μια κίνηση που αντιμετωπίστηκε με χλευασμό από την κοινωνία.
Τα επικίνδυνα σενάρια της επόμενης ημέρας για το Ιράν
Παρά τη σφοδρότητα της εξέγερσης, οι διαδηλωτές έχουν -πιθανώς προσωρινά - αποσυρθεί από τους δρόμους. Το πιο ζοφερό σενάριο είναι η επιβίωση του καθεστώτος, που θα καταδικάσει το Ιράν σε μακροχρόνια στασιμότητα και σκληρή καταπίεση. Εξίσου ανησυχητική θα ήταν όμως και μια ανεξέλεγκτη κατάρρευσή του.
Ο Economist θυμίζει τα παραδείγματα της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990, του Ιράκ μετά το 2003 και της Συρίας, ως προειδοποιήσεις για το πόσο δύσκολο είναι να τερματιστεί ένα αυταρχικό καθεστώς χωρίς να ακολουθήσει χάος. Εθνοτικές και περιφερειακές εντάσεις - Κούρδοι, Αζέροι, Βαλούχοι - θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διάλυση της χώρας.
Η ύπαρξη εμπλουτισμένου ουρανίου, πυρηνικών επιστημόνων και θρησκευτικών εξτρεμιστών καθιστά τον κίνδυνο ακόμη μεγαλύτερο. Ο φόβος αυτής της επόμενης μέρας εξηγεί εν μέρει γιατί τμήματα της ιρανικής κοινωνίας δεν έχουν ακόμη ενωθεί μαζικά με τους διαδηλωτές.
Ρήγματα στο εσωτερικό του καθεστώτος
Μεταξύ επιβίωσης και χάους, υπάρχουν ενδιάμεσα σενάρια, εξηγεί το βρετανικό περιοδικό. Ένα ενδεχόμενο είναι η απομάκρυνση του Χαμενεΐ από τους ίδιους τους Φρουρούς της Επανάστασης. Άλλο, μια εσωτερική διάσπαση, όπου μια ομάδα θα επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία «στο όνομα του λαού», αποδίδοντας ευθύνες σε αντίπαλες φατρίες για τις σφαγές.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, ο τακτικός στρατός - που μέχρι στιγμής παραμένει στο περιθώριο - θα μπορούσε να παίξει ρόλο. Μια νέα ηγεσία ενδέχεται να επιδιώξει συμφωνία με τις ΗΠΑ για άρση κυρώσεων με αντάλλαγμα αυστηρούς περιορισμούς στο πυρηνικό και το πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και τα όρια της παρέμβασης
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει με «πολύ σκληρή» απάντηση κατά του καθεστώτος του Ιράν για να εμφανιστεί στη συνέχεια πιο συγκρατημένος. Αν αποφασίσει να δράσει, το πιθανότερο είναι μια περιορισμένη επίθεση. Ένα σενάριο θα ήταν ο «πολιτικός αποκεφαλισμός» του καθεστώτος, όπως έγινε πρόσφατα στη Βενεζουέλα. Ένα άλλο θα ήταν στοχευμένα πλήγματα σε υποδομές που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Χαμηλότερου ρίσκου επιλογή θα ήταν η υποστήριξη των διαδηλωτών με την άρση του επικοινωνιακού αποκλεισμού, για παράδειγμα μέσω δορυφορικών συστημάτων όπως το Starlink. Η Ουάσινγκτον δείχνει επίσης διακριτική στήριξη στον εξόριστο Ρεζά Παχλαβί, γιο του τελευταίου σάχη, ο οποίος καλεί σε δημοκρατική μετάβαση από τις ΗΠΑ, αν και ο Τραμπ αμφισβητεί κατά πόσον ο Παχλαβί μπορεί να ηγηθεί στο Ιράν.
Ωστόσο, όλα τα σενάρια ενέχουν σοβαρούς κινδύνους. Το Ιράν διαθέτει ισχυρό πυραυλικό οπλοστάσιο, ικανό να πλήξει στόχους σε όλη τη Μέση Ανατολή, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ακόμη και αν ο Χαμενεΐ απομακρυνθεί, μια συμφωνία τύπου «Καράκας» με τους Φρουρούς της Επανάστασης δύσκολα θα εξασφάλιζε σταθερότητα, καθώς η κοινωνία θα απαιτούσε εκδίκηση.
Ένας κόσμος χωρίς βεβαιότητες
Τα διακυβεύματα είναι τεράστια. Με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι παλιοί κανόνες της διεθνούς πολιτικής υποχωρούν. Η προτεραιότητά του δεν είναι το διεθνές δίκαιο, αλλά η ισχύς και το κύρος των ΗΠΑ - και το δικό του. Κάθε παρέμβαση αποτελεί δοκιμή για το είδος του κόσμου που διαμορφώνεται.
Μετά τις αποτυχίες της Αραβικής Άνοιξης, ουδείς μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι μια λαϊκή εξέγερση θα οδηγήσει σε δημοκρατία. Ωστόσο, όπως καταλήγει ο Economist, η ελπίδα παραμένει ότι, αργά ή γρήγορα, η κατάρρευση του καθεστώτος θα δικαιώσει τον ιρανικό λαό, που αποδεικνύει ξανά ότι αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ίδιας του της χώρας.