Η κυβέρνηση της Ινδίας προωθεί ένα από τα πιο φιλόδοξα και αμφιλεγόμενα αναπτυξιακά σχέδια στην ιστορία της χώρας: το «Έργο Μεγάλου Νικομπάρ».
- Η κυβέρνηση της Ινδίας προωθεί ένα γιγαντιαίο σχέδιο μετατροπής του νησιού Μεγάλο Νικομπάρ σε στρατηγικό και εμπορικό κόμβο. Το έργο περιλαμβάνει την κατασκευή λιμένα, αεροδρομίου, ενεργειακών εγκαταστάσεων και μιας νέας πόλης για εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους.
- Το σχέδιο αποτελεί απάντηση στη γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Κίνα, καθώς το Νέο Δελχί επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή του στον Ινδικό Ωκεανό. Η στρατηγική θέση του νησιού κοντά στα Στενά της Μαλάκκας είναι κρίσιμη.
- Περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστήμονες προειδοποιούν για μια άνευ προηγουμένου οικολογική καταστροφή, με την κοπή εκατομμυρίων δέντρων. Απειλούνται σπάνια είδη, όπως η δερματοχελώνα, ενώ τα στρατηγικά οφέλη του έργου παραμένουν αβέβαια σε σχέση με τη βέβαιη ζημιά.
- Το έργο απειλεί τις αυτόχθονες κοινότητες, ειδικά την απομονωμένη φυλή των Σομπέν, που κινδυνεύει με αφανισμό από ασθένειες και απώλεια γης. Παράλληλα, οι απόγονοι εποίκων εκφράζουν φόβους ότι θα εκτοπιστούν χωρίς επαρκείς αποζημιώσεις.
Στα πυκνά τροπικά δάση του Μεγάλου Νικομπάρ, ενός από τα πιο απομονωμένα και λιγότερο αλλοιωμένα νησιά του πλανήτη, οι πυγολαμπίδες φωτίζουν τα βράδια τις άκρες της ζούγκλας και οι σπάνιες κουκουβάγιες του είδους Νικομπάρ παρακολουθούν αμίλητες τους ελάχιστους επισκέπτες που φτάνουν μέχρι εδώ. Για τον βιολόγο Σουμίτ Κουμάρ, που ερευνά εδώ και χρόνια την άγρια ζωή του νησιού, η συνάντηση με αυτά τα πλάσματα έχει πάντοτε κάτι το συμβολικό. «Όταν τις βλέπεις, σε κοιτούν σαν να σου λένε: “Δεν ανήκεις εδώ”», λέει. Και ίσως έχουν δίκιο.
Το Μεγάλο Νικομπάρ βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του ομώνυμου αρχιπελάγους, βαθιά στον Ινδικό Ωκεανό, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την ηπειρωτική Ινδία. Για να φτάσει κανείς εκεί απαιτείται αεροπορικό ταξίδι και στη συνέχεια ένα πολύωρο ταξίδι με πλοίο που μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τριάντα ώρες. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, οι μοναδικοί κάτοικοί του ήταν περίπου χίλιοι αυτόχθονες κάτοικοι που ζούσαν σε σχετική απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο.
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα αναπτυξιακά σχέδια
Όλα αυτά όμως πρόκειται να αλλάξουν. Η κυβέρνηση της Ινδίας προωθεί ένα από τα πιο φιλόδοξα και αμφιλεγόμενα αναπτυξιακά σχέδια στην ιστορία της χώρας. Το λεγόμενο «Έργο Μεγάλου Νικομπάρ» φιλοδοξεί να μετατρέψει το ήσυχο νησί σε έναν τεράστιο στρατηγικό και εμπορικό κόμβο μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες. Σύμφωνα με τα σχέδια, θα κατασκευαστούν ένα νέο πολιτικό και στρατιωτικό αεροδρόμιο, ένας μεγάλος λιμένας μεταφόρτωσης εμπορευματοκιβωτίων, ενεργειακές εγκαταστάσεις και μια νέα πόλη ικανή να υποδέχεται έως και ένα εκατομμύριο τουρίστες ετησίως.
Το μέγεθος του σχεδίου είναι εντυπωσιακό
Το μέγεθος του σχεδίου είναι εντυπωσιακό. Η περιοχή ανάπτυξης θα καλύψει έκταση περίπου διπλάσια από εκείνη του Μανχάταν. Οι μελέτες προβλέπουν ουρανοξύστες, τουριστικά θέρετρα, θεματικά πάρκα και εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας που θα μεταμορφώσουν πλήρως το τοπίο ενός νησιού το οποίο σήμερα φιλοξενεί μόλις λίγες χιλιάδες κατοίκους.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το έργο ως απαραίτητο για την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ασφάλεια της Ινδίας. Στην πραγματικότητα, πίσω από τα σχέδια κρύβεται σε μεγάλο βαθμό η γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Κίνα. Το Νέο Δελχί θεωρεί ότι η περιοχή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, καθώς βρίσκεται κοντά στα Στενά της Μαλάκκας, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη, από τον οποίο διέρχεται τεράστιο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου.
Η κυβερνώσα παράταξη του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι έχει περιγράψει το έργο ως μια «στρατηγική πύλη» που θα επιτρέψει στην Ινδία να αμφισβητήσει την κινεζική επιρροή στον Ινδικό Ωκεανό. Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Οι αναταράξεις στις παγκόσμιες θαλάσσιες μεταφορές λόγω των εντάσεων στα Στενά του Ορμούζ έχουν ενισχύσει τις ανησυχίες για την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η ερευνήτρια θαλάσσιων ζητημάτων Νίτια Λαμπ εξηγεί ότι πολλές χώρες αναζητούν σήμερα τρόπους να προστατεύσουν τις εμπορικές τους οδούς. Όπως σημειώνει, το Μεγάλο Νικομπάρ βρίσκεται σε μια εξαιρετικά προνομιακή θέση δίπλα σε μία από τις σημαντικότερες ναυτιλιακές αρτηρίες του κόσμου, γεγονός που το καθιστά ιδανικό σημείο για την ανάπτυξη ενός μεγάλου λιμένα μεταφόρτωσης.
Το πραγματικό κόστος ενδέχεται να είναι ανυπολόγιστο
Ωστόσο, οι επικριτές του σχεδίου υποστηρίζουν ότι τα οφέλη παρουσιάζονται υπερβολικά αισιόδοξα και ότι το πραγματικό κόστος ενδέχεται να είναι ανυπολόγιστο. Ο ερευνητής Μάνις Τσάντι, που μελετά το αρχιπέλαγος εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια, χαρακτηρίζει το έργο «ανοιχτή πρόσκληση σε καταστροφή». Όπως λέει, απειλεί ένα τεράστιο απόθεμα φυσικών πόρων, μοναδική βιοποικιλότητα και κοινότητες που ζουν εκεί επί αιώνες.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι περίπου ένα εκατομμύριο δέντρα ενδέχεται να κοπούν για να ανοίξει χώρος στις νέες υποδομές. Η περιοχή αποτελεί καταφύγιο για σπάνια και απειλούμενα είδη, μεταξύ των οποίων η δερματοχελώνα –η μεγαλύτερη θαλάσσια χελώνα στον κόσμο– καθώς και το περιστέρι Νικομπάρ, συγγενικό είδος του εξαφανισμένου ντόντο, με το χαρακτηριστικό μεταλλικό πράσινο και πορτοκαλί φτέρωμα.
Οι φωτογραφίες από τα πρώτα έργα προκαλούν ήδη αντιδράσεις. Μπουλντόζες και μηχανήματα ανοίγουν δρόμους μέσα σε παρθένα δάση, ενώ τμήματα της ζούγκλας έχουν ήδη εκχερσωθεί. Για πολλούς επιστήμονες, η εικόνα θυμίζει άλλες μεγάλες παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στην Ινδία, από αυτοκινητοδρόμους που διασχίζουν μαγκρόβια δάση μέχρι φράγματα που απειλούν οικοσυστήματα στα Ιμαλάια.
Ακόμη και ειδικοί σε ζητήματα άμυνας εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Ο πρώην αξιωματικός του ινδικού ναυτικού Αμπιτζίτ Σινγκ υποστηρίζει ότι τα στρατηγικά οφέλη του έργου παραμένουν αβέβαια, ενώ η περιβαλλοντική ζημιά είναι σχεδόν βέβαιη. «Το στρατηγικό και εμπορικό κέρδος που συζητάμε μοιάζει κάπως θεωρητικό. Η καταστροφή του περιβάλλοντος, αντίθετα, θα είναι απολύτως πραγματική», σημειώνει. Υπενθυμίζει επίσης ότι η Ινδία διαθέτει ήδη στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή και ότι ένα λιμάνι μεταφόρτωσης μπορεί να πετύχει μόνο αν καταφέρει να αποσπάσει εμπορική κίνηση από ισχυρούς ανταγωνιστές όπως η Σιγκαπούρη και η Σρι Λάνκα.
Παράλληλα με τη διαμάχη για το περιβάλλον, εξελίσσεται και μια λιγότερο ορατή σύγκρουση που αφορά τους ίδιους τους κατοίκους του νησιού. Οι απόγονοι των εποίκων που εγκαταστάθηκαν εκεί από τη δεκαετία του 1970 ζητούν αποζημιώσεις, γη, θέσεις εργασίας και κατοικίες. Σε δημόσιες διαβουλεύσεις με κυβερνητικούς αξιωματούχους εκφράζουν τον φόβο ότι θα χάσουν τις περιουσίες τους χωρίς επαρκή ανταλλάγματα.
Ένας ηλικιωμένος κάτοικος, μιλώντας σε δημόσια ακρόαση, υπενθύμισε ότι οι πρώτοι έποικοι στάλθηκαν από το κράτος για να καλλιεργήσουν τη γη, να ανοίξουν δρόμους και να ενισχύσουν την ινδική παρουσία στην περιοχή. «Αν είχαμε φύγει τότε, σήμερα ίσως κυμάτιζε εδώ η κινεζική σημαία», είπε προκαλώντας χειροκροτήματα από το ακροατήριο.
Η ανησυχία των αυτόχθονων κοινοτήτων
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ανησυχία των αυτόχθονων κοινοτήτων. Στα δάση του νησιού ζουν περίπου εκατό μέλη της φυλής Σομπέν, μιας από τις πιο απομονωμένες ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στον κόσμο. Η ινδική κυβέρνηση περιορίζει αυστηρά κάθε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους, καθώς δεν διαθέτουν ανοσία απέναντι σε πολλές σύγχρονες ασθένειες.
Η ιστορία έχει δείξει πόσο καταστροφική μπορεί να αποδειχθεί μια τέτοια επαφή. Στο παρελθόν, επιδημίες που μεταφέρθηκαν από Ευρωπαίους αποικιοκράτες εξόντωσαν χιλιάδες αυτόχθονες κατοίκους στα νησιά Ανταμάν.
Η οργάνωση Survival International προειδοποιεί ότι η μαζική τουριστική ανάπτυξη αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο επαφής ανάμεσα στους επισκέπτες και στους Σομπέν. Ανθρωπολόγοι επισημαίνουν επίσης ότι τμήματα των σχεδιαζόμενων έργων φαίνεται να επικαλύπτουν περιοχές που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά από τη φυλή.
Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζουν και οι Νικομπαρέζοι, μια κοινότητα περίπου χιλίων ατόμων που ζει στα παράλια του νησιού εδώ και πολλές γενιές. Ο τοπικός αρχηγός Μπάρναμπας Μάντζου θυμάται μια εποχή όπου η ζωή περιστρεφόταν γύρω από τη θάλασσα, τα δάση και τις καρύδες. «Ψαρεύαμε, μαζεύαμε μέλι και βγάζαμε λάδι από τις καρύδες», λέει.
Η ζωή τους άλλαξε δραματικά μετά το φονικό τσουνάμι του 2004. Τα παραδοσιακά χωριά τους καταστράφηκαν και πολλοί μεταφέρθηκαν σε προσωρινούς καταυλισμούς. Όπως υποστηρίζει ο Μάντζου, οι αρχές είχαν υποσχεθεί ότι θα τους βοηθούσαν να επιστρέψουν στις πατρογονικές εστίες τους, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Σήμερα πολλοί εργάζονται ως ανειδίκευτοι εργάτες σε εργοτάξια, ζουν σε μεταλλικά παραπήγματα και αγοράζουν από την αγορά τρόφιμα που κάποτε εξασφάλιζαν μόνοι τους.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι όταν του παρουσιάστηκε το σχέδιο ανάπτυξης, του ζητήθηκε να υπογράψει έγγραφα συναίνεσης χωρίς να έχει χρόνο να τα μελετήσει. Αργότερα διαπίστωσε ότι τμήμα του νέου λιμανιού προβλέπεται να κατασκευαστεί πάνω σε εκτάσεις που η κοινότητά του θεωρεί προγονική γη.
«Η ανάπτυξη μιας χώρας δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της ταυτότητας των ανθρώπων της», λέει, συνοψίζοντας το δίλημμα που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις ανάμεσα στην ανάπτυξη, τη γεωπολιτική και την προστασία της φύσης στον σύγχρονο κόσμο.