Μόλις λίγες εβδομάδες κράτησε η ελευθερία της Μαρίας Πίρσον, η οποία είχε περάσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα για ένα έγκλημα που συγκλόνισε τη Βρετανία.
Η 70χρονη την οποία είχαν χαρακτηρίσει «σατανική ψυχοπαθή», είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της 23χρονης Τζάνετ Νιούτον το 1986. Αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο, έπειτα από αλλεπάλληλες απορρίψεις των αιτημάτων της. Ωστόσο, λίγες εβδομάδες αργότερα, επέστρεψε στη φυλακή, καθώς φέρεται να παραβίασε τους όρους αποφυλάκισής της.
Η εξέλιξη προκάλεσε ανακούφιση στην οικογένεια του θύματος, η οποία είχε εκφράσει έντονη ανησυχία για την επιστροφή της Πίρσον στην κοινωνία.
«Δεν υπάρχει θέση γι΄αυτήν στην κοινωνία»
Η Λιν, αδελφή της Τζάνετ Νιούτον, χαρακτήρισε την επιστροφή της Πίρσον στη φυλακή «την πιο θετική εξέλιξη» που θα μπορούσε να περιμένει η οικογένειά της. Όπως δήλωσε στη Daily Mail, η Πίρσον δεν θα έπρεπε να είχε αποφυλακιστεί και ζήτησε να «διδαχθούν μαθήματα» από την υπόθεση.
«Ελπίζω με όλη μου την καρδιά να παραμείνει στη φυλακή μέχρι την ημέρα που θα πεθάνει. Δεν υπάρχει θέση γι’ αυτήν στην κοινωνία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η ίδια επέκρινε την απόφαση του Συμβουλίου Αναστολών, υποστηρίζοντας ότι δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη οι προηγούμενες συστάσεις των ειδικών σχετικά με τη συμπεριφορά και τον κίνδυνο υποτροπής της.
Η δολοφονία που συγκλόνισε τη Βρετανία το 1986
Η υπόθεση ξεκίνησε από μια ερωτική αντιπαλότητα που εξελίχθηκε σε τραγωδία.
Η Πίρσον είχε παντρευτεί τον Μάλκολμ Πίρσον το 1986, ενώ ήταν ήδη παντρεμένη με άλλον άνδρα, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση της κόρης τους. Η σχέση τους φαινόταν καταδικασμένη καθώς, σύμφωνα με τις περιγραφές, ήταν ιδιαίτερα έντονη και θυελλώδης. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μωρό τους τέθηκε υπό την προστασία των κοινωνικών υπηρεσιών μετά από ένα σοβαρό περιστατικό στο σπίτι τους.
Μετά τον χωρισμό τους ο Μάλκολμ ξεκίνησε σχέση με την Τζάνετ Νιούτον. Η νέα σχέση φαίνεται πως πυροδότησε έντονη ζήλια στη Μαρία Πίρσον. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η Πίρσον άρχισε να παρακολουθεί την Νιούτον και να στέλνει επιστολές γεμάτες μίσος στη μητέρα της.
Στις 19 Οκτωβρίου 1986, μόλις δύο ημέρες μετά τον αρραβώνα του Μάλκολμ Πίρσον με την Τζάνετ Νιούτον, οι δύο γυναίκες συναντήθηκαν στον δρόμο. Η Πίρσον επιτέθηκε στην 23χρονη με μαχαίρι, χτυπώντας την 17 φορές στο στήθος. Το όπλο της επίθεσης διαπέρασε την καρδιά της Νιούτον, η οποία κατέρρευσε και υπέκυψε στα τραύματά της.
Η 31χρονη, τότε, Πίρσον, κρίθηκε ένοχη για φόνο το 1987 και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, με ελάχιστο χρόνο έκτισης τα 12 χρόνια πριν εξεταστεί το ενδεχόμενο αποφυλάκισής της υπό όρους.
Η «ξεχασμένη κρατούμενη»
Παρά το γεγονός ότι είχε συμπληρώσει πολλές δεκαετίες στη φυλακή, τα αιτήματα της Πίρσον για αποφυλάκιση απορρίφθηκαν επανειλημμένα. Συνολικά, χρειάστηκε να υποβάλει δέκα αιτήματα προτού το Συμβούλιο Αναστολών εγκρίνει τελικά την απελευθέρωσή της.
Η υπόθεσή της είχε προκαλέσει συζητήσεις στη Βρετανία, με ακτιβιστές να την χαρακτηρίζουν «ξεχασμένη κρατούμενη», λόγω της ιδιαίτερα μακράς παραμονής της στη φυλακή. Το 2006, ο τότε υπουργός Εσωτερικών Τζον Ριντ είχε απορρίψει σύσταση για μεταγωγή της σε φυλακή ανοικτού τύπου, ώστε να προετοιμαστεί για πιθανή αποφυλάκιση.
Αργότερα μεταφέρθηκε δύο φορές σε φυλακές ανοικτού τύπου, όμως και στις δύο περιπτώσεις επέστρεψε σε φυλακές υψηλότερης ασφάλειας, καθώς υπήρχαν ανησυχίες για τη συμπεριφορά της.
Η τελική απόφαση για την αποφυλάκισή της ελήφθη τον Ιούνιο, παρά τις εκτιμήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών ότι εξακολουθούσε να παρουσιάζει «υψηλό κίνδυνο να προκαλέσει σοβαρή βλάβη». Η Πίρσον όμως παραβίασε του όρους αποφυλάκισης και επέστρεψε στη φυλακή μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η υπόθεση αναμένεται να εξεταστεί εκ νέου από το Συμβούλιο Αναστολών, το οποίο θα αποφασίσει εάν θα παραμείνει έγκλειστη.