Περίπου 400 έως 500 λύκεια δεν λειτούργησαν σήμερα, Δευτέρα, στη Γαλλία, καθώς το μαθητικό κίνημα, που ξεκίνησε από τα προάστια του Παρισιού, έχει πλέον εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα και εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα του.
Μόνο στην Ιλ-ντε-Φρανς, 160 λύκεια, σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου, παρέμειναν κλειστά, ενώ το υπουργείο Παιδείας κάνει λόγο για σταδιακή και μερική επανέναρξη των μαθημάτων σε ορισμένα από αυτά.
Οι κινητοποιήσεις, που άρχισαν με αιτήματα για περισσότερους εκπαιδευτικούς και καλύτερες συνθήκες στα σχολεία, έχουν εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες μαθητικές κινητοποιήσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Στα αιτήματα των μαθητών περιλαμβάνονται ο μεγάλος αριθμός μαθητών ανά τάξη, με έως και 40 παιδιά, τα προβλήματα στα σχολικά κτίρια, οι χαμηλές αμοιβές των εκπαιδευτικών, οι απουσίες προσωπικού και οι ανισότητες στην εκπαιδευτική πρόσβαση.
Πώς ξεκίνησαν και τι βρίσκεται πίσω από τις μεγάλες κινητοποιήσεις
Η απαρχή του κινήματος εντοπίζεται στα μέσα Σεπτεμβρίου, στο λύκειο Saint-Exupéry στο Κρετέιγ, στα νοτιοανατολικά του Παρισιού. Οι μαθητές κινητοποιήθηκαν αρχικά σε συμπαράσταση προς εκπαιδευτικούς που διαμαρτύρονταν για ελλείψεις προσωπικού και πόρων.
Σύμφωνα με το AFP, η κινητοποίηση άρχισε στις 17 Σεπτεμβρίου και σταδιακά απέκτησε δυναμική, εξαπλούμενη από τα φτωχά παρισινά προάστια σε ολόκληρη τη Γαλλία. Παρά το γεγονός ότι στο ίδιο σχολείο η κατάσταση τελικά ομαλοποιήθηκε όταν οι εκπαιδευτικές αρχές συμφώνησαν να στείλουν επιπλέον προσωπικό, μεταξύ άλλων έναν υποδιευθυντή και έναν νοσηλευτή, δεν ήρθε η αποκλιμάκωση.
Μέσα σε λιγότερο από 10 ημέρες, η κινητοποίηση εξαπλώθηκε στα προάστια του Παρισιού και στη συνέχεια σε άλλες περιοχές της χώρας. Την 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Le Monde, είχε κινητοποιηθεί έως και το 30% των περίπου 3.600 λυκείων της Γαλλίας.
Ελλείψεις εκπαιδευτικών και σχολεία που δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες
Στην καρδιά των διαμαρτυριών βρίσκεται ένα πρόβλημα που οι μαθητές βιώνουν καθημερινά και αφορά στην έλλειψη εκπαιδευτικών και λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με γαλλικά ΜΜΕ.
Στο λύκειο Le Corbusier, στο Ομπερβιλιέ, βόρεια του Παρισιού, μαθήματα όπως μαθηματικά, ανθρωπιστικές επιστήμες, αγγλικά και γυμναστική έχουν ακυρωθεί από την έναρξη της σχολικής χρονιάς εξαιτίας της έλλειψης εκπαιδευτικών, σύμφωνα με εκπρόσωπο των γονέων.
Η 17χρονη Μαϊσά, μαθήτρια σε φτωχό προάστιο του Παρισιού που θέλει να γίνει καθηγήτρια αγγλικών, περιέγραψε μια κατάσταση που για την ίδια έχει άμεσες συνέπειες στην εκπαίδευσή της.
«Πέρυσι έδωσα τις εξετάσεις γαλλικών στο λύκειο χωρίς καθηγητή γαλλικών, και οι εκπαιδευτικοί έχουν τεράστια σημασία», είπε. «Αυτές δεν είναι συνθήκες για να μελετάς».
Στην ίδια περιοχή, τη Seine-Saint-Denis, περίπου τα δύο τρίτα των λυκείων συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις την περασμένη Πέμπτη, σύμφωνα με το συνδικάτο CGT. Μαθητές, εκπαιδευτικοί και γονείς καταγγέλλουν όχι μόνο ελλείψεις καθηγητών, αλλά και ελλείψεις νοσηλευτών και κοινωνικών λειτουργών.
Σύμφωνα με έρευνα του συνδικάτου, τα δύο τρίτα των σχολείων στην περιοχή έχουν κενές θέσεις εκπαιδευτικών.
«Οι μαθητές μας χάνουν χρόνο από τη μελέτη τους. Σε ορισμένα σχολεία δεν υπάρχει καν πόσιμο νερό. Δεν είμαστε ίσοι με τα άλλα διαμερίσματα» δήλωσε εκπρόσωπος της εκπαιδευτικής ομοσπονδίας της CGT στη Seine-Saint-Denis, συνδέοντας την κατάσταση με τις περικοπές 3.256 θέσεων εκπαιδευτικών σε εθνικό επίπεδο το 2026.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τα χρήματα
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εκπαίδευση παραμένει προτεραιότητα. Ο προϋπολογισμός του υπουργείου Παιδείας προβλέπει αύξηση κατά 1,7%, στα 65,53 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται οι συντάξεις των εκπαιδευτικών. Ωστόσο, πρόκειται για αύξηση χαμηλότερη από τον πληθωρισμό.
Ο υπουργός Παιδείας, Εντουάρ Γκεφρέ, υποστήριξε ότι η περιορισμένη αύξηση συνδέεται με τη μείωση του πληθυσμού.
Το Reuters επισημαίνει όμως ότι, παρά το γεγονός πως η Γαλλία βρίσκεται περίπου στη μέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τις δαπάνες για την εκπαίδευση, η μέση δαπάνη ανά μαθητή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχει μείνει σχεδόν στάσιμη επί μία δεκαετία: 11.660 ευρώ το 2024, έναντι 11.910 ευρώ το 2010.
Tο πρόβλημα δεν είναι απλώς πόσα χρήματα δαπανώνται, αλλά πώς κατανέμονται και κατά πόσο μπορούν να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες των σχολείων.
Βαθύτερη αιτία οι ανισότητες
Το AFP υπογραμμίζει ότι οι μαθητές, ιδιαίτερα όσοι προέρχονται από φτωχότερες περιοχές, αισθάνονται ότι λαμβάνουν κατώτερη εκπαίδευση. Η κοινωνιολόγος Βαλερί Μπεκί υποστηρίζει ότι «οι μαθητές λυκείου -ιδιαίτερα εκείνοι από περιοχές χαμηλού εισοδήματος- αισθάνονται ότι λαμβάνουν κατώτερη εκπαίδευση» και είναι διακριτό.
Η Γαλλία παρέχει πρόσβαση όλων των μαθητών στο λύκειο, όμως στην πράξη υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα διαφορετικά σχολεία, από τα επαγγελματικά λύκεια έως τα πιο ελίτ ιδρύματα. Παρά τις προσπάθειες για μεγαλύτερη κοινωνική και εκπαιδευτική διαφοροποίηση, τα πιο προνομιούχα σχολεία εξακολουθούν να συγκεντρώνουν σε μεγάλο βαθμό μαθητές από εύπορες οικογένειες με γονείς πανεπιστημιακής μόρφωσης, αναφέρει.
«Υπάρχουν κραυγαλέες ανισότητες μεταξύ διαφορετικών μαθητών και σχολείων και αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα», σημειώνει η Μπεκί.
Μαθήτρια που συμμετείχε στις κινητοποιήσεις στο Ομπερβιλιέ κρατούσε πλακάτ με το μήνυμα: «Η διεύθυνσή μας δεν πρέπει να αποφασίζει για το μέλλον μας».
Η ίδια κατήγγειλε ότι η εκπαιδευτική διοίκηση δεν επενδύει αρκετά στα προάστια, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «ταξική και ρατσιστική».
Μια κρίση που έχει βαθιές ρίζες στην εκπαίδευση
Η καθηγήτρια Κλεμάνς Καρντόν-Κιν, η οποία μελετά τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, συνδέει τη σημερινή κρίση με εξελίξεις που ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 1990.
Τότε, η Γαλλία αύξησε σημαντικά την πρόσβαση για τη δυνατότητα απόκτησης απολυτηρίου λυκείου, το baccalauréat, χωρίς να διαθέσει ταυτόχρονα επαρκείς πρόσθετους πόρους στα σχολεία. Η κινητοποίηση εκείνης της εποχής οδήγησε σε αύξηση της χρηματοδότησης, όμως στη συνέχεια η δαπάνη ανά μαθητή παρέμεινε στάσιμη, την ώρα που οι απαιτήσεις από τα σχολεία αυξάνονταν.
Οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί έχουν πλέον να διαχειριστούν πρόσθετες διαδικασίες και ευθύνες, όπως το Parcoursup, το σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση που εφαρμόζεται από το 2018 και έχει επικριθεί από ορισμένους μαθητές και εκπαιδευτικούς ως αδιαφανές και μεροληπτικό.
«Σε μια περίοδο δημοσιονομικών περιορισμών, είναι δυσκολότερο να μειωθούν οι ανισότητες», εκτιμά η Καρντόν-Κιν.
H Le Monde γράφει σήμερα χαρακτηριστικά ότι «οι κινητοποιήσεις των μαθητών λυκείου, μοναδικές και ήδη ιστορικές, αφορούν στην έλλειψη πόρων και στις αστοχίες της μαζικοποίησης της εκπαίδευσης».
Από τα αιτήματα στην πολιτική σύγκρουση
Η έκταση των κινητοποιήσεων έχει πλέον μετατρέψει τις κινητοποιήσεις σε πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση, ιδιαίτερα καθώς η Γαλλία βρίσκεται λίγο περισσότερο από έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές.
Η κυβέρνηση έχει κατηγορήσει την αριστερή Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) ότι βρίσκεται πίσω από τις κινητοποιήσεις. Ο Μανουέλ Μπομπάρ της LFI απέρριψε την κατηγορία, λέγοντας ότι η κυβέρνηση «καταφεύγει σε θεωρίες συνωμοσίας».
Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος καταγράφει ιδιαίτερα υψηλή απήχηση στους ψηφοφόρους ηλικίας 18-25 ετών, έχει στηρίξει τις κινητοποιήσεις, ζητώντας ωστόσο να παραμείνουν ειρηνικές.
Η χρονική συγκυρία είναι ακόμη πιο ευαίσθητη λόγω των αντιδημοφιλών περικοπών που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στο σχέδιο προϋπολογισμού του 2027.
Βίαια επεισόδια
Οι κινητοποιήσεις έχουν αποκτήσει και πιο συγκρουσιακό χαρακτήρα. Μαθητές έχουν αποκλείσει εισόδους σχολείων, έχουν βάλει φωτιές σε κάδους και άλλα αντικείμενα και έχουν έρθει σε σύγκρουση με τις αστυνομικές δυνάμεις.
Οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν απαντήσει με δακρυγόνα, πλαστικές σφαίρες και γκλομπ. Περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι έχουν συλληφθεί από τη Δευτέρα, σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικών, ενώ έχουν καταγραφεί αρκετοί τραυματισμοί.
Στην Τουρ, ένας νεαρός τραυματίας έχασε την όραση από το δεξί του μάτι, σύμφωνα με τον εισαγγελέα της πόλης. Παράλληλα, έχουν κυκλοφορήσει βίντεο που φέρονται να δείχνουν υπέρμετρη χρήση βίας από αστυνομικούς, μεταξύ άλλων τη στιγμή που αστυνομικός κρατά από τον λαιμό μια μαθήτρια κατά τη σύλληψή της.
Από την άλλη πλευρά, και αστυνομικοί έχουν επίσης δεχθεί επιθέσεις, όπως στο Μπελφόρ, όπου αστυνομικός καταδιώχθηκε και ξυλοκοπήθηκε από ομάδα νέων.
Ο υπουργός Εσωτερικών, Λοράν Νουνέζ, έχει μιλήσει για «κλίμα απαράδεκτης βίας» και έχει ζητήσει την αποκατάσταση της τάξης.
«Μια ιστορική κινητοποίηση»
H Le Monde χαρακτηρίζει το κίνημα «ιδιαίτερο και ήδη ιστορικό», επισημαίνοντας ότι εκφράζει μια σύνθετη αγωνία, καθώς από τη μία πλευρά βρίσκεται η αντικειμενική επιδείνωση των συνθηκών διδασκαλίας και από την άλλη η αβεβαιότητα των νέων για το μέλλον τους. Το δεύτερο σκέλος συνδέεται έντονα με την όξυνση των ανισοτήτων και την ανασφάλεια στους ταραχώδεις καιρούς που διανύει ο κόσμος, με συγκεκριμένες οικονομικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η εικόνα των 400 έως 500 σχολείων που δεν λειτουργούν σήμερα αποτυπώνει ακριβώς αυτή την κατάσταση. Ένα αρχικό αίτημα για περισσότερους εκπαιδευτικούς και καλύτερες συνθήκες έχει μετατραπεί σε μια ευρύτερη αμφισβήτηση της ικανότητας του γαλλικού δημόσιου σχολείου να προσφέρει ίσες ευκαιρίες.
Η αντίδραση της κυβέρνησης, που μέχρι στιγμής είναι σε μεγάλο βαθμό κατασταλτική, σύμφωνα με τη γαλλική εφημερίδα, κινδυνεύει να ενισχύσει περαιτέρω την οργή και δυσαρέσκεια. Και ακόμα και αν κλείσει το κεφάλαιο των κινητοποιήσεων της σχολικής κοινότητας, η δυσαρέσκεια και η ανησυχία δεν φαίνεται ότι θα μετριαστούν εύκολα.
«Είναι πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική κινητοποίηση και ότι θα δυσκολευτούμε να επιλύσουμε αυτή την κρίση» εκτιμά η Σοφί Βενετιταΐ, επικεφαλής του συνδικάτου εκπαιδευτικών SNES-FSU.
Καθώς η τρίτη εβδομάδα των κινητοποιήσεων ξεκινά με εκατοντάδες σχολεία κλειστά, χιλιάδες μαθητές στους δρόμους και νέα ημέρα μαζικής διαμαρτυρίας να έχει προγραμματιστεί για την Τρίτη, το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες που έφεραν τους μαθητές στους δρόμους.
Η κατάσταση δεν είναι μόνο δικό της έργο και βέβαια έχει πολύ ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις, σαν μια εύφλεκτη ύλη που συσσωρεύεται εδώ και καιρό στη γαλλική κοινωνία. Και κάθε αφορμή, κάθε ξέσπασμα, μπορεί να πυροδοτεί πολιτικές εξελίξεις, ειδικά σε ένα ήδη πολωμένο προεκλογικό τοπίο όπως της Γαλλίας.