Μετά από εβδομάδες απειλών, διπλωματικών ελιγμών και παρασκηνιακών διαβουλεύσεων ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε το στρατιωτικό πλήγμα κατά του καθεστώτος στο Ιράν.
Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ να ανάψει το πράσινο φως για την επίθεση στο Ιράν ήλθε σε μια χρονική στιγμή που δεν θεωρείται τυχαία. Τέσσερις βασικοί παράγοντες φαίνεται να διαμόρφωσαν το τελικό «ναι» στον πόλεμο.
Ήδη από τα μέσα Ιανουαρίου, όταν οι διαδηλώσεις στο Ιράν κλιμακώνονταν, ο Τραμπ άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρέμβασης. «Η βοήθεια έρχεται», είχε διαμηνύσει στους αντικαθεστωτικούς διαδηλωτές, χωρίς να διευκρινίζει τη μορφή της.
Αντί για άμεση στρατιωτική δράση, ο Τραμπ έστειλε για συνομιλίες με την Τεχεράνη τον γαμπρό του και σύμβουλο Τζάρεντ Κούσνερ και τον διαπραγματευτή Στιβ Γουίτκοφ, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυε στρατιωτικά την αμερικανική παρουσία στην περιοχή.
Το παρασκήνιο, ωστόσο, ήταν πολύ πιο σύνθετο.
Πίεση από Ισραήλ και Σαουδική Αραβία
Καθοριστικό ρόλο στη λήψη της απόφασης του Τραμπ τώρα φαίνεται πως διαδραμάτισαν δύο βασικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή: ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου και ο διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Αμφότεροι θεωρούν το Ιράν υπαρξιακή απειλή.
Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, οι βάσεις για την επιχείρηση τέθηκαν ήδη από τον Δεκέμβριο, σε συνάντηση του Τραμπ με τον Νετανιάχου στο Μαρ-α-Λάγκο. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο οι επαφές εντάθηκαν, με διαδοχικές επισκέψεις στρατιωτικών και επικεφαλής μυστικών υπηρεσιών σε Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ.
Παρά τις δημόσιες εκκλήσεις του για διπλωματική λύση, ο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν φέρεται να προειδοποίησε κατ’ ιδίαν τον Τραμπ ότι μια καθυστέρηση θα ενίσχυε τελικά το Ιράν. Το μήνυμα ήταν σαφές: Τώρα είναι η στιγμή.
Η εκτίμηση ότι το Ιράν είναι αδύναμο
Στην Ουάσιγκτον είχε παγιωθεί η αίσθηση ότι το Ιράν βρίσκεται στην πιο αδύναμη γεωπολιτική του φάση εδώ και χρόνια. Οι σύμμαχοί του στην περιοχή έχουν δεχθεί σοβαρά πλήγματα, ενώ οι προηγούμενες αεροπορικές επιθέσεις του Ιουνίου 2025 αποκάλυψαν κενά στις στρατιωτικές του δυνατότητες.
Παράλληλα, οι τελευταίες διαπραγματεύσεις δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλμπουσάιντι, μετέβη εσπευσμένα στην Ουάσιγκτον, μεταφέροντας μήνυμα περί «σημαντικής προόδου» και ετοιμότητας της Τεχεράνης να δεσμευθεί πως δεν θα αποκτήσει πυρηνικό υλικό κατάλληλο για την κατασκευή όπλων. Ωστόσο, οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρονται να εκτίμησαν ότι η ιρανική πλευρά προσπαθούσε απλώς να κερδίσει χρόνο.
Σύμφωνα με ισραηλινές πηγές, η Τεχεράνη υποτίμησε την αποφασιστικότητα του Τραμπ - μια λανθασμένη εκτίμηση που, όπως αποδείχθηκε, είχε βαρύ κόστος.
Ο ρόλος της CIA και της Μοσάντ
Καθοριστική υπήρξε και η δράση των μυστικών υπηρεσιών ΗΠΑ και Ισραήλ. Τους τελευταίους μήνες οι δύο πλευρές φέρονται να αντάλλασσαν εκτεταμένες πληροφορίες για τις κινήσεις της ιρανικής ηγεσίας.
Σύμφωνα με διεθνή Μέσα, CIA και Μοσάντ είχαν εντοπίσει συγκέντρωση υψηλόβαθμων αξιωματούχων στην Τεχεράνη, κάτι που οδήγησε ακόμη και σε αναπροσαρμογή του αρχικού σχεδίου επίθεσης. Η δυνατότητα στοχευμένου πλήγματος εναντίον της ανώτατης ηγεσίας θεωρήθηκε «παράθυρο ευκαιρίας» που δεν έπρεπε να χαθεί.
Εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στον Τραμπ
Η απόφαση του Τραμπ για την επίθεση στο Ιράν ερμηνεύεται και μέσα από το πρίσμα της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου αντιμετωπίζει χαμηλά ποσοστά αποδοχής και πρόσφατες δικαστικές ήττες -όπως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για μέρος των δασμών του-, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές του φθινοπώρου.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν μια διχασμένη κοινή γνώμη: Περίπου οι μισοί Αμερικανοί απορρίπτουν την επίθεση στο Ιράν, ενώ σημαντικό ποσοστό παραμένει αναποφάσιστο. Για τον Τραμπ, ένα γρήγορο και «επιτυχημένο» στρατιωτικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να ανατρέψει το πολιτικό κλίμα. Σε διαφορετική περίπτωση, το ρίσκο είναι εξίσου μεγάλο.
Η επιλογή της χρονικής στιγμής φαίνεται να είναι αποτέλεσμα συνδυασμού διεθνούς πίεσης, στρατηγικής ευκαιρίας, πληροφοριών των μυστικών υπηρεσιών και εσωτερικών πολιτικών υπολογισμών. Το ερώτημα πλέον δεν είναι γιατί τώρα, αλλά ποιες θα είναι οι συνέπειες από εδώ και πέρα.