Η νέα αντίδραση της Άγκυρας, διατυπωμένη από τον υπουργό Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, αναδεικνύει τη δυσφορία της Τουρκίας για τη σταδιακή εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ και την ενίσχυση των τριμερών σχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ένταση στη ρητορική της τουρκικής πλευράς δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη συγκυρία, όπου η σύμπλευση Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ αποκτά πιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Την ίδια στιγμή, οι επιθετικές αναφορές της ισραηλινής ηγεσίας απέναντι στην Άγκυρα, συναντούν ένα ήδη επιβαρυμένο κλίμα στο εσωτερικό της Τουρκίας, όπου ενισχύεται η καχυποψία για τις προθέσεις του Ισραήλ και επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα ερμηνεύει τις κινήσεις της Αθήνας στην περιοχή.
Συρίγος: «Ο τουρκικός Τύπος καλλιεργεί κλίμα καχυποψίας για το Ισραήλ»
Όπως εξηγεί, μιλώντας στο iefimerida, ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και βουλευτής της ΝΔ Άγγελος Συρίγος, η συγκεκριμένη αντίδραση της Άγκυρας θα πρέπει να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της εσωτερικής συζήτησης στην Τουρκία. Το τελευταίο διάστημα, όπως σημειώνει, τμήματα του τουρκικού Τύπου έχουν σχεδόν προδικάσει ότι η χώρα αποτελεί τον επόμενο στόχο του Ισραήλ μετά το Ιράν, καλλιεργώντας ένα κλίμα καχυποψίας –αν όχι ψύχωσης– στην τουρκική διπλωματία ως προς τις πραγματικές προθέσεις του Τελ Αβίβ. Σε αυτό το περιβάλλον, προσθέτει, καθίσταται ευκολότερα αντιληπτή η έντονη ενόχληση της Άγκυρας από την παρουσία ισραηλινών οπλικών συστημάτων, ιδίως στον τομέα της αεράμυνας, στα ελληνικά νησιά, λίγα μόλις μίλια από τις τουρκικές ακτές.
Αθήνα-Λευκωσία-Τελ Αβίβ: Η τριπλή συνεργασία που ανησυχεί την Τουρκία
Ωστόσο, η αιχμηρή παρέμβαση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών δεν προέκυψε εν κενώ. Εντάσσεται σε μια αλληλουχία εξελίξεων των τελευταίων μηνών, κατά τους οποίους η συνεργασία Αθήνας-Λευκωσίας-Τελ Αβίβ απέκτησε πιο σαφή χαρακτηριστικά, προκαλώντας αυξανόμενη καχυποψία στην Άγκυρα.
Οι δηλώσεις περί «επικίνδυνων πολιτικών» και «πολέμου» αντανακλούν αυτή την ανησυχία, η οποία είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται από την περίοδο της πρόσφατης τριμερούς συνάντησης. Τότε, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε επιλέξει μια διατύπωση που ανέβασε τα όρια της συνήθους ρητορικής απέναντι στην Τουρκία , μιλώντας για συνεργασία «μεταξύ δημοκρατιών που υπερασπίζονται τον εαυτό τους απέναντι στις δυνάμεις της τυραννίας», ενώ είχε κάνει λόγο και για «κοινούς εχθρούς».
Αν και δεν υπήρξε ρητή αναφορά, η συγκεκριμένη αποστροφή ερμηνεύθηκε από διπλωματικές πηγές ως έμμεση αιχμή που, πέραν του Ιράν, θα μπορούσε να αφορά και την Τουρκία. Από εκείνο το σημείο και μετά, η στάση της Άγκυρας απέναντι στο τριμερές σχήμα έγινε πιο επιφυλακτική –και σταδιακά πιο επιθετική.
Τι φοβάται η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο
Την ίδια στιγμή, πάντως, πηγές με καλή γνώση των διεργασιών επισήμαιναν ότι η ρητορική περί ενός «κοινού αμυντικού άξονα» Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ είναι μάλλον πρόωρη και υπερβολική. Όπως σημείωναν, άλλο η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας και άλλο η συγκρότηση ενός συνεκτικού άξονα με κοινή επιχειρησιακή δράση έναντι «κοινών εχθρών» – μια εξέλιξη που δεν προκύπτει, καθώς οι τρεις χώρες δεν μοιράζονται κοινά ζωτικά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις Φιντάν ερμηνεύονται ευκολότερα. Η Άγκυρα δεν αντιδρά απλώς στις εξελίξεις, αλλά στη δυναμική που διαμορφώνεται στην περιοχή, με αμυντικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Η εμβάθυνση των σχέσεων Ελλάδας–Ισραήλ, οι κοινές ασκήσεις και οι ενεργειακές συνέργειες δημιουργούν ένα νέο πλέγμα ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένα πλέγμα στο οποίο η Άγκυρα βλέπει τον κίνδυνο να περιοριστεί η επιρροή της, χωρίς να διαθέτει εύκολους τρόπους ανατροπής της δυναμικής.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι και η ρητορική που συνοδεύει αυτές τις συνεργασίες, ακόμη και όταν δεν στοχεύει ευθέως, συμβάλλει στην όξυνση των εντάσεων και ενισχύει τα αντανακλαστικά της τουρκικής πλευράς.
ΥΠΕΞ σε Φιντάν: «Η Ελλάδα δεν δέχεται υποδείξεις, ούτε οφείλει εξηγήσεις σε κανέναν»
Η ελληνική αντίδραση, από την άλλη, ήταν άμεση. Το υπουργείο Εξωτερικών απάντησε θεσμικά, υπογραμμίζοντας ότι οι συνεργασίες έχουν «ειρηνικό σκοπό» και «δεν στρέφονται εναντίον τρίτων», ενώ τόνισε ότι η Ελλάδα διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική αυτόνομα, δεν οφείλει να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν και ταυτόχρονα δεν δέχεται υποδείξεις.
Παρά τη σαφή αυτή τοποθέτηση, η πραγματικότητα παραμένει σύνθετη. Η Ελλάδα επιδιώκει να εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας, όμως η συμμετοχή της σε ενισχυμένες αμυντικές συνεργασίες την εντάσσει, αναπόφευκτα, σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού.
Η ενόχληση της Άγκυρας, επομένως, δεν εξηγείται μόνο από τη διμερή σχέση με την Ελλάδα, αλλά από τη συνολική αναδιάταξη ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτή τη διαδικασία, οι συνεργασίες αποκτούν βαρύνουσα σημασία –και οι δηλώσεις, συχνά, προϊδεάζουν για τις επόμενες κινήσεις.