Σημαντική στροφή στη στρατηγική υπεράσπισής της έκανε η Μαρίν Λεπέν την πρώτη ημέρα της δίκης της σε δεύτερο βαθμό για την υπόθεση των «εικονικών» συμβάσεων βοηθών ευρωβουλευτών.
Η δίκη αυτή απειλεί ευθέως τις προεδρικές της φιλοδοξίες.
Η επικεφαλής της γαλλικής ακροδεξιάς, η οποία έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση -εκ των οποίων τα δύο με αναστολή- και σε πενταετή στέρηση εκλογικών δικαιωμάτων, εγκατέλειψε την απόλυτη άρνηση κάθε αδικήματος που χαρακτήριζε τη στάση της μέχρι σήμερα και υιοθέτησε έναν πιο συμφιλιωτικό τόνο ενώπιον του Εφετείου του Παρισιού.
Η Λεπέν, από την πλήρη άρνηση ενοχής, στην «έλλειψη πρόθεσης»
Σε αντίθεση με την υπερασπιστική γραμμή που είχε ακολουθήσει η ίδια και οι συνήγοροί της στην πρωτόδικη δίκη -όπου αμφισβητούσαν ακόμη και την αρμοδιότητα της γαλλικής Δικαιοσύνης, στο όνομα της διάκρισης των εξουσιών-, η Λεπέν άφησε για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου ανοικτό το ενδεχόμενο να έχει διαπραχθεί αδίκημα, χωρίς όμως πρόθεση.
«Αν πράγματι διαπράχθηκε κάποιο αδίκημα -και όλοι φαίνεται να λένε ότι διαπράχθηκε-, είμαι διατεθειμένη να το ακούσω», δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου.
Ωστόσο, έσπευσε να προσθέσει: «Θέλω η έδρα να γνωρίζει ότι, όσον αφορά εμάς, δεν είχαμε καμία αίσθηση ότι διαπράτταμε το παραμικρό αδίκημα όταν, το 2004, το 2009 και το 2014, προσλάβαμε τους βοηθούς μας και στη συνέχεια τους μοιραστήκαμε».
Η δήλωση αυτή, σύμφωνα με νομικούς παρατηρητές που επικαλείται η γαλλική εφημερίδα Le Monde, συνιστά στροφή-κλειδί, καθώς εστιάζει πλέον στο στοιχείο της πρόθεσης, το οποίο είναι καθοριστικό στο γαλλικό ποινικό δίκαιο.
Ευθείες αιχμές κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Κεντρικό στοιχείο της νέας υπερασπιστικής γραμμής αποτελεί η μετακύλιση ευθύνης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Λεπέν υποστήριξε ότι, ακόμη και αν υπήρξε παρατυπία, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν λειτούργησαν όπως όφειλαν.
«Αν υποτεθεί ότι διαπράχθηκε κάποιο σφάλμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έπαιξε τον ρόλο που όφειλε να παίξει με κάποια προειδοποίηση, ενώ είχε πλήρη γνώση όλων των στοιχείων που συγκροτούσαν αυτές τις συμβάσεις», δήλωσε.
«Δεν αποκρύψαμε ποτέ τίποτα - ούτε στα οργανογράμματα που δημοσιεύαμε ούτε στις συμβάσεις που καταθέταμε».
Η αναφορά αυτή αφορά, μεταξύ άλλων, και στην επίμαχη σύμβαση του σωματοφύλακά της, Τιερί Λεζιέ, ο οποίος εμφανιζόταν ως κοινοβουλευτικός βοηθός.
Η υπόθεση και η πρωτόδικη καταδίκη
Η υπόθεση αφορά στην περίοδο 2009-2016 και τη φερόμενη κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων ύψους περίπου 474.000 ευρώ από την ίδια τη Λεπέν, αλλά και εκατομμυρίων ευρώ συνολικά από στελέχη του τότε Εθνικού Μετώπου (FN) και νυν Εθνικής Συσπείρωσης (RN).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε «σύστημα» καταχρηστικής χρηματοδότησης, με βοηθούς ευρωβουλευτών να εργάζονται στην πραγματικότητα για τις εσωτερικές ανάγκες του κόμματος στη Γαλλία. Συνολικά καταδικάστηκαν 24 άτομα και το ίδιο το κόμμα, ενώ επιδικάστηκε αποζημίωση περίπου 3,5 εκατ. ευρώ προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το διακύβευμα: Η πολιτική επιβίωση της Λεπέν
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η έφεση δεν αφορά πλέον μόνο στην ουσία της υπόθεσης, αλλά κυρίως το αν μπορεί να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός της Μαρίν Λεπέν από την εκλογική διαδικασία.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η πενταετής στέρηση εκλογικών δικαιωμάτων, αν επιβεβαιωθεί, θα της στερήσει τη δυνατότητα να είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Στο εσωτερικό της Γαλλίας, το κόμμα της Λεπέν εμφανίζεται προετοιμασμένο για κάθε ενδεχόμενο. Αν η έφεση απορριφθεί, πιθανός υποψήφιος για την προεδρία θεωρείται ο 30χρονος πρόεδρος του κόμματος, Ζορντάν Μπαρντελά, ο οποίος εμφανίζεται πιο αποδεκτός από επιχειρηματικούς και παραδοσιακά δεξιούς κύκλους.
Η δίκη σε δεύτερο βαθμό αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 11 Φεβρουαρίου, ενώ η απόφαση του Εφετείου τοποθετείται χρονικά προς το καλοκαίρι. Αν η ποινή επικυρωθεί, η Λεπέν ενδέχεται να προσφύγει και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο, σύμφωνα με τον πρόεδρό του Κριστόφ Σουλάρ, θα επιχειρήσει να αποφανθεί «το συντομότερο δυνατόν».
Μέχρι τότε, η Λεπέν βαδίζει σε ένα πολιτικό και δικαστικό ναρκοπέδιο, με την έκβαση της υπόθεσης να καθορίζει όχι μόνο το προσωπικό της μέλλον, αλλά και την ισορροπία δυνάμεων στη γαλλική πολιτική σκηνή.