Να στηρίξουν σημαντικές αυξήσεις στις δαπάνες για την άμυνα κάλεσαν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων Γερμανίας και Βρετανίας.
Σε μια σπάνια και ιδιαίτερα αιχμηρή δημόσια παρέμβαση ο αρχηγός της Bundeswehr, στρατηγός Κάρστερν Μπρόιερ και ο αρχηγός του βρετανικού Γενικού Επιτελείου Άμυνας, πτέραρχος Ρίτσαρντ Νάιτον σε άρθρο τους στις εφημερίδες The Guardian και Die Welt τονίζουν ότι η Ευρώπη «πρέπει πλέον να αντιμετωπίσει άβολες αλήθειες» για την ασφάλειά της προειδοποιώντας ότι η αποτροπή μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τη Ρωσία απαιτεί «σκληρές επιλογές».
«Η Ρωσία δεν περιορίζεται στην Ουκρανία»
«Η στρατιωτική ενίσχυση της Μόσχας, σε συνδυασμό με την προθυμία της να διεξάγει πόλεμο στην ήπειρό μας, όπως αποδεικνύεται οδυνηρά στην Ουκρανία, συνιστά αυξημένο κίνδυνο που απαιτεί τη συλλογική μας προσοχή», επισημαίνουν οι δύο ανώτατοι αξιωματικοί.
Όπως υπογραμμίζουν, οι προθέσεις της Ρωσίας «εκτείνονται πέρα από την τρέχουσα σύγκρουση», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η απειλή δεν είναι συγκυριακή αλλά δομική.
Σε αυτό το πλαίσιο, καλούν τους Ευρωπαίους πολίτες να αποδεχθούν ότι η ενίσχυση της άμυνας μπορεί να σημαίνει περικοπές σε άλλους τομείς - ουσιαστικά, το τέλος του λεγόμενου «μερίσματος ειρήνης» που ακολούθησε τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.
Μολονότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν διπλασιάσει τις αμυντικές τους δαπάνες την τελευταία δεκαετία οι δύο ανώτατοι αξιωματικοί εκτιμούν ότι απαιτείται «ποιοτικό άλμα» στην άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης. «Ο επανεξοπλισμός δεν είναι πολεμοκαπηλία· είναι υπεύθυνη στάση κρατών που επιθυμούν να προστατεύσουν τους πολίτες τους και να διαφυλάξουν την ειρήνη», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Το μήνυμα για την ενίσχυση της άμυνας μετά το Μόναχο
Η παρέμβασή τους έρχεται λίγες ημέρες μετά τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, όπου ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο κάλεσε εκ νέου την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά της, έπειτα από δεκαετίες εξάρτησης από την Ουάσιγκτον ως βασικό πυλώνα ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ηγέτες των κρατών μελών του NATO έχουν ήδη δεσμευθεί για στόχο αμυντικών δαπανών που φθάνει το 5% του ΑΕΠ έως το 2035 - έναν φιλόδοξο στόχο που απαιτεί ριζική αναπροσαρμογή εθνικών προϋπολογισμών.
«Οι πολίτες πρέπει να κατανοήσουν τις δύσκολες επιλογές που καλούνται να κάνουν οι κυβερνήσεις για να ενισχύσουν την αποτροπή», σημειώνουν οι Μπρόιερ και Νάιτον. «Η άμυνα δεν μπορεί να είναι υπόθεση μόνο των ενστόλων. Είναι έργο όλων μας», τονίζουν.
Σκεπτικισμός στις ευρωπαϊκές κοινωνίες
Το μήνυμα, ωστόσο, δεν βρίσκει εύκολα ευήκοα ώτα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov τον Ιανουάριο, μόλις το ένα τέταρτο των Βρετανών υποστηρίζει αύξηση φόρων ή περικοπές σε δημόσιες υπηρεσίες για τη χρηματοδότηση της άμυνας. Αντίστοιχη έρευνα του Politico καταγράφει ότι μόνο το 24% των Γερμανών τάσσεται υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών εφόσον αυτό συνεπάγεται θυσίες σε άλλους τομείς.
Η επιφύλαξη αυτή των κοινωνιών καθιστά σαφές ότι οι κυβερνήσεις καλούνται όχι μόνο να αναπροσαρμόσουν τους προϋπολογισμούς τους, αλλά και να πείσουν τους πολίτες ότι η ενίσχυση της άμυνας αποτελεί προϋπόθεση διατήρησης της ειρήνης και όχι προάγγελο σύγκρουσης.
Συγκεκριμένα βήματα αποτροπής
Πέρα από τις δεσμεύσεις για αυξημένες δαπάνες, Λονδίνο και Βερολίνο ανακοινώνουν ήδη πρακτικά μέτρα ενίσχυσης της αποτροπής.
Το Ηνωμένο Βασίλειο προχωρά στην κατασκευή έξι νέων εργοστασίων πυρομαχικών, ενώ η Γερμανία αναδιατάσσει στρατιωτικές δυνάμεις κοντά στα ανατολικά της σύνορα, σε μια προσπάθεια ταχύτερης αντίδρασης σε ενδεχόμενη κρίση.
Παράλληλα, το βρετανικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι θα αναπτύξει φέτος ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου με επικεφαλής το HMS Prince of Wales στον Βόρειο Ατλαντικό και την Αρκτική, με στόχο «την αποτροπή ρωσικής επιθετικότητας και την προστασία κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών». Η δύναμη θα περιλαμβάνει μαχητικά F-35 και θα επιχειρήσει σε συνεργασία με αμερικανικές, ευρωπαϊκές και καναδικές δυνάμεις.
Ο Βρετανός υπουργός Άμυνας Τζον Χήλι δήλωσε ότι η αποστολή «θα ενισχύσει την ετοιμότητα μάχης της Βρετανίας, θα αυξήσει τη συμβολή μας στο ΝΑΤΟ και θα ενδυναμώσει τη συνεργασία με βασικούς συμμάχους».
Μια νέα ευρωπαϊκή κανονικότητα
Η κοινή παρέμβαση των δύο ανώτατων στρατιωτικών σηματοδοτεί μια ευρύτερη μετατόπιση στη στρατηγική κουλτούρα της Ευρώπης.
Η εποχή κατά την οποία η ασφάλεια θεωρούνταν σχεδόν δεδομένη φαίνεται να έχει παρέλθει. Στη θέση της αναδύεται μια πιο απαιτητική πραγματικότητα, όπου η ενίσχυση της άμυνας και της αποτροπής προϋποθέτει οικονομικές θυσίες, πολιτικό θάρρος και κοινωνική συναίνεση.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να επανεξοπλιστεί, αλλά αν οι κοινωνίες της είναι έτοιμες να πληρώσουν το τίμημα για να αποφύγουν έναν μελλοντικό πόλεμο.