Την παραπομπή της Μπεγόνια Γκόμεθ, συζύγου του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, σε δίκη με ενόρκους ζήτησε Ισπανός δικαστής.
Οι κατηγορίες που βαραίνουν την Πρώτη Κυρία της Ισπανίας είναι η φερόμενη αθέμιτη άσκηση επιρροής και η υπεξαίρεση. Μαζί της παραπέμπεται και η σύμβουλός της, Κριστίνα Άλβαρεζ, με την κατηγορία της υπεξαίρεσης.
Η απόφαση σηματοδοτεί το τέλος της δικαστικής έρευνας που ξεκίνησε πριν από σχεδόν δυόμισι χρόνια, μετά από καταγγελία του Μανού Λιμπία. Η υπόθεση περνά πλέον στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Μαδρίτης, το οποίο θα κληθεί να ορίσει την ημερομηνία της δίκης.
Ο δικαστής, Χουάν Κάρλος Πεϊνάδο, δεν επέβαλε στις δύο κατηγορούμενες προληπτικά μέτρα ούτε εγγύηση. Ωστόσο, διέταξε να παραμείνουν ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες στις δικαστικές αρχές και να ενημερώνουν για οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης ή τόπου διαμονής.
Παράλληλα, διέταξε να διερευνηθεί η οικονομική κατάσταση της Μπεγόνια Γκόμεθ, μέσω των αρμόδιων δικαστικών μηχανισμών, ώστε να ενταχθούν στη δικογραφία οι πέντε τελευταίες φορολογικές της δηλώσεις. Η διαδικασία συνδέεται με ενδεχόμενες οικονομικές ευθύνες που μπορεί να προκύψουν από την υπόθεση.
Τι εξετάζουν οι δικαστικές Αρχές
Στο επίκεντρο της δίκης βρίσκεται ο ρόλος της Γκόμεθ ως συνδιευθύντριας έδρας καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης, καθώς και το λογισμικό που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής. Εξετάζεται επίσης η εργασία που φέρεται να εκτέλεσε για λογαριασμό της η σύμβουλός της, με δημόσια χρηματοδότηση.
Οι ιδιωτικές κατηγορίες, υπό τον συντονισμό της οργάνωσης Hazte Oír, ζητούν ποινή 13 ετών για την Μπεγόνια Γκόμεθ και έξι ετών για την Κριστίνα Άλβαρεζ. Αντίθετα, η εισαγγελία και η υπεράσπιση ζητούν την αθώωσή τους.
Ο δικαστής θεωρεί επίσης ότι οι δύο γυναίκες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν από κοινού αστική ευθύνη απέναντι στο Πανεπιστήμιο Complutense, το οποίο ζητά αποζημίωση ύψους 113.509 ευρώ.
Στο σκεπτικό του, ο Πεϊνάδο υποστηρίζει ότι υπήρξε «ριζική αλλαγή» στην επαγγελματική πορεία της Γκόμεθ μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Σάντσεθ το 2018. Συνδέει, μεταξύ άλλων, την εξέλιξη αυτή με δημόσιες αποφάσεις που αφορούσαν την πανεπιστημιακή έδρα και αναφέρεται στις σχέσεις της με πρόσωπα και εταιρείες που είχαν δεσμούς με τον δημόσιο τομέα.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο δικαστής σε συνάντηση στο Παλάτι Μονκλόα μεταξύ της Γκόμεθ και του πρύτανη του πανεπιστημίου. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, η συγκεκριμένη συνάντηση και όσα ακολούθησαν ενισχύουν τις ενδείξεις περί άσκησης επιρροής. Ο Πεϊνάδο χρησιμοποιεί μάλιστα ως ιστορική αναφορά τη βασιλεία του Φερδινάνδου Ζ΄, μιλώντας για συμπεριφορές που, κατά την άποψή του, παραπέμπουν σε πρακτικές αυταρχικών καθεστώτων.
Σε ό,τι αφορά την υπεξαίρεση, ο δικαστής θεωρεί ότι υπάρχουν ενδείξεις πως η Γκόμεζ μπορεί να απέκτησε στην κατοχή της το επίμαχο λογισμικό, ενώ εξετάζει και τη χρήση της εργασίας της συμβούλου της για καθήκοντα που, σύμφωνα με το σκεπτικό, δεν συνδέονταν με τον θεσμικό σκοπό της θέσης της. Ο Πεϊνάδο απέρριψε παράλληλα αιτήματα της υπεράσπισης για ακύρωση ή επανάληψη προηγούμενων διαδικαστικών πράξεων, κρίνοντας ότι δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισης.