Η συζήτηση για την υποβοηθούμενη ευθανασία επιστρέφει διαρκώς στον δημόσιο διάλογο κάθε φορά πιο φορτισμένη, κάθε φορά πιο περίπλοκη. Τώρα η αφορμή δόθηκε με τη Νοέλια Καστίγιο.
H 25χρονη είχε υποστεί ομαδικό βιασμό και είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει πέφτοντας από τον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου το 2022.
Η απόπειρα αυτή την άφησε παραπληγική, με χρόνιους πόνους που επηρέασαν δραματικά την καθημερινότητά της. Η Νοέλια περίμενε την ευθανασία εδώ και πάνω από ενάμιση χρόνο στην Ισπανία, αφού έλαβε τη βοήθεια για να τερματίσει τη ζωή της σε δομή φροντίδας στο Sant Pere de Ribes, κοντά στη Βαρκελώνη.
«Ο πόνος των ασθενών, τα διλήμματα των γιατρών»
Ανάμεσα στον πόνο των ασθενών, τα ηθικά διλήμματα των γιατρών, τις θέσεις της Εκκλησίας και την απουσία ενός επαρκούς κρατικού πλαισίου, το ζήτημα μοιάζει να ισορροπεί σε ένα λεπτό σκοινί. Ο καθηγητής Ιατρικής και Lecturer στο Χάρβαρντ, Δημήτρης Λινός, τοποθετείται με λόγο ανθρώπινο και άμεσο, χωρίς υπεκφυγές, φωτίζοντας όλες τις πλευρές ενός θέματος που δεν επιδέχεται εύκολες απαντήσεις.
«Η λεγόμενη “υποβοηθούμενη ευθανασία” είναι ένας τρόπος να αποφύγουμε την πραγματική λέξη, που είναι η αυτοκτονία», λέει αρχικά ο καθηγητής και συνεχίζει, περιγράφοντας χωρίς περιστροφές την πράξη: «Μιλάμε είτε για γιατρούς που χορηγούν το φάρμακο είτε για τον ίδιο τον ασθενή που πατάει το κουμπί για να πάρει τη θανατηφόρο δόση».
Πίσω από αυτή τη σκληρή διατύπωση, υπάρχει βαθιά κατανόηση για τους ανθρώπους που φτάνουν σε αυτό το σημείο. «Υπάρχουν συνάνθρωποί μας που ζουν ένα δράμα σωματικό και ψυχολογικό. Τα παυσίπονα δεν τους πιάνουν, η αξιοπρέπειά τους έχει χαθεί, αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι. Δεν αντέχουν αυτή τη ζωή και θέλουν να φύγουν», σημειώνει ο κ. Λινός.
Το ερώτημα που τίθεται τότε είναι αναπόφευκτο. Τι κάνει η κοινωνία για αυτούς τους ανθρώπους; «Το κράτος ψελλίζει κάτι για παρηγορητική φροντίδα, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα. Δεν έχει καν νομοθετήσει την παρηγορητική φροντίδα, ενώ σε άλλες χώρες είναι βασικός πυλώνας του συστήματος υγείας».
Για τον ίδιο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ηθικό, αλλά και βαθιά πολιτικό. «Αν ένας άνθρωπος ζητά να πεθάνει, πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε αν του προσφέραμε ό,τι μπορούσαμε για να ζήσει με αξιοπρέπεια. Η ευθανασία δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο της φροντίδας».
Στο ιατρικό επίπεδο, η θέση του είναι κατηγορηματική. «Δεν θα υπάρξει κανένας γιατρός που ενεργητικά θα θανατώσει ασθενή. Ούτε με δική του επιθυμία ούτε με πίεση συγγενών ούτε με δικαστική απόφαση». Αντίθετα, εξηγεί ότι η ιατρική πράξη έχει ήδη διαμορφώσει ένα διαφορετικό πλαίσιο αντιμετώπισης. «Αυτό που κάνουμε εδώ και δεκαετίες είναι η παθητική ευθανασία. Όταν διαπιστώσουμε ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη, δεν συνεχίζουμε υπερβολικές θεραπείες απλώς για να παρατείνουμε τη ζωή τεχνητά. Δεν επιδιώκουμε τον θάνατο, αλλά δεν επιβάλλουμε και μια βασανιστική παράταση της ζωής χωρίς νόημα. Η Ιατρική δεν είναι για να νικά τον θάνατο με κάθε κόστος», σημειώνει. Είναι για να υπηρετεί τον άνθρωπο», επισημαίνει ο κ. Λινός.
«Πολλές φορές το αίτημα για ευθανασία είναι αίτημα για βοήθεια»
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέρχεται στο ζήτημα της ποιότητας ζωής. «Πρέπει να ενισχύσουμε τις δομές που στηρίζουν τον ασθενή. Να μην αφήνουμε τον άνθρωπο μόνο του στον πόνο και την απελπισία. Γιατί πολλές φορές το αίτημα για ευθανασία είναι στην ουσία ένα αίτημα για βοήθεια».
Σημαντική είναι και η διάσταση της πίστης, την οποία ο κ. Δημήτρης Λινός γνωρίζει όχι μόνο ως γιατρός αλλά και ως εθελοντής ιερέας. «Η Εκκλησία δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Δεν λέει απλώς “ναι” ή “όχι”. Υπάρχει μια ευχή “εις ψυχορραγούντα” που ζητά μια ήρεμη έξοδο από τη ζωή. Αλλά αυτή η ευθανασία, αν θέλετε, είναι έργο του Θεού, όχι του ανθρώπου. Η Εκκλησία σέβεται τον πόνο, σέβεται τον άνθρωπο, αλλά δεν θεωρεί ότι η λύση είναι να πάρουμε εμείς τον θάνατο στα χέρια μας».
Μάλιστα ο καθηγητής αναφέρεται και στον Μητροπολίτη Περγάμου, Ιωάννη Ζηζιούλα, λέγοντας ότι: «Την προσωποκεντρική προσέγγιση στο θέμα της ευθανασίας τονίζει και ο κορυφαίος ορθόδοξος θεολόγος, Μητροπολίτης Περγάμου, Ιωάννης Ζηζιούλας, αναφερόμενος στην έννοια του προσώπου ως σχέσεως. «Αν η ζωή ενός ανθρώπου και το σώμα του δεν είναι κτήμα του, αλλά φορέας σχέσεων, τότε και ο θάνατος ενός ατόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα ατομική υπόθεση. Έτσι μόνο πρόσωπα που αγαπά κανείς και τον αγαπούν μπορούν να ετεροκαθορίζουν το πρόσωπό του, τόσο στη ζωή όσο και στον θάνατο. Τα πρόσωπα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν άσχετα με το γεγονός ή τον τρόπο του θανάτου ενός ανθρώπου. Διαφορετικά η ελευθερία γίνεται δαιμονική αυτοβεβαίωση και το πρόσωπο μετατρέπεται σε άτομο. Όπως ο επίσκοπος ή ο πνευματικός οικονομεί τα πράγματα ανάλογα με τις δυνατότητες και τις δυνάμεις του αμαρτωλού, έτσι και στο θέμα του εξοδίου πόνου δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει αδιάλλακτη». Και καταλήγει με ένα αναπάντητο ερώτημα: «Θα μπορούσε αυτό, άραγε, να οδηγήσει στην αποδοχή της ευθανασίας;».
Η πολυπλοκότητα αυτή αποτυπώνεται και σε πραγματικές ιστορίες. Η περίπτωση της νεαρής γυναίκας στην Ισπανία, που περίμενε για μήνες την έγκριση για ευθανασία, μετά από μια τραγική ζωή γεμάτη βία και αναπηρία, είναι χαρακτηριστική. «Αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να κρίνεις. Δεν μπορείς να δώσεις γενικές απαντήσεις σε τόσο προσωπικά δράματα», λέει ο κ. Λινός.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δυσκολία, ο ίδιος επιμένει σε κάτι που μοιάζει απλό αλλά είναι βαθιά ουσιαστικό. «Η μεγαλύτερη δύναμη είναι η πίστη», λέει. Και για να το αποδείξει, αφηγείται μια προσωπική εμπειρία. «Είχα έναν ασθενή με καρκίνο τελικού σταδίου που είχε αποφασίσει να πάει στην Ελβετία για ευθανασία. Κάθισα στο κρεβάτι του και τον άκουσα να μου μιλάει. Δεν του είπα τι να κάνει. Απλά τον άκουσα, του χαμογέλασα και του έδειξα ότι είμαι δίπλα του. Μετά από μια εβδομάδα ρώτησα τη σύζυγό του τι έγινε και μου απάντησε ότι η συνάντηση μαζί μου τον απέτρεψε. Δυστυχώς, μετά από μια εβδομάδα "έφυγε" εξαιτίας της ασθένειάς του».
Σε έναν δημόσιο διάλογο που συχνά πολώνεται, ο κ. Δημήτρης Λινός επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. «Χρειάζεται διάλογος για το θέμα αυτό. Όχι αντιπαραθέσεις και στρατόπεδα. Έναν διάλογο που θα περιλαμβάνει γιατρούς, ασθενείς, οικογένειες, την Εκκλησία και την Πολιτεία. Το θέμα της ευθανασίας είναι εξαιρετικά ευαίσθητο. Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε τον θάνατο. Είναι να φροντίσουμε τη ζωή μέχρι το τέλος της», καταλήγει ο καθηγητής Ιατρικής και Lecturer της Ιατρικής του Χάρβαρντ.