Για χιλιάδες υποψηφίους η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έφερε ανακούφιση, χαμόγελα και την αίσθηση ότι ένας πολυετής αγώνας δικαιώθηκε.
Για άλλους, όμως, η ίδια ανακοίνωση σήμανε την αρχή μιας δύσκολης συζήτησης: «Τι κάνουμε τώρα;».
Υπήρξαν παιδιά που έχασαν τη σχολή της πρώτης τους επιλογής για λίγα μόρια, παιδιά που πέρασαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους και παιδιά που, παρότι υπήρχαν κενές θέσεις στα πανεπιστήμια, έμειναν εκτός λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.
«Οι βάσεις δεν είναι απλώς ένας πίνακας με αριθμούς. Πίσω από κάθε άνοδο και κάθε πτώση βρίσκονται επιλογές, οικογενειακοί προϋπολογισμοί, επαγγελματικές αγωνίες, κοινωνικές ανισότητες και ένας πανεπιστημιακός χάρτης που γίνεται ολοένα πιο σύνθετος», λέει στο iefimerida.gr ο εκπαιδευτικός αναλυτής Χρήστος Κάτσικας και αναλύει τη φετινή εικόνα των βάσεων και τι αυτή συνεπάγεται.
Η ορατή πλευρά: Οι σχολές που εξακολουθούν να κυριαρχούν
Στην κορυφή των προτιμήσεων παραμένουν και φέτος οι Ιατρικές, οι Νομικές και πολλές Πολυτεχνικές Σχολές. Η Ιατρική του ΕΚΠΑ διαμορφώθηκε στα 18.900 μόρια, ενώ η Νομική Αθηνών στα 17.875 μόρια, επιβεβαιώνοντας ότι οι παραδοσιακά υψηλόβαθμες σχολές εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρό κύρος και μεγάλη ζήτηση.
Η εικόνα αυτή δεν προκαλεί έκπληξη, εξηγεί ο κ. Κάτσικας. «Η Ιατρική συνεχίζει να συνδέεται με μια σαφή επαγγελματική ταυτότητα, κοινωνική αναγνώριση και δυνατότητες εργασίας εντός και εκτός Ελλάδας. Η Νομική εξακολουθεί να προσελκύει υποψηφίους που βλέπουν σε αυτήν έναν δρόμο προς τη δικηγορία, τη Δικαιοσύνη, τη Δημόσια Διοίκηση ή τις επιχειρήσεις, ακόμη και αν η επαγγελματική πραγματικότητα είναι πλέον πιο ανταγωνιστική απ' ό,τι στο παρελθόν».
Παράλληλα, οι σχολές Πληροφορικής, Μηχανικών Υπολογιστών και γενικότερα οι σπουδές που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα δεδομένα, την κυβερνοασφάλεια και τον ψηφιακό μετασχηματισμό συνεχίζουν να κερδίζουν έδαφος. Η τάση αντανακλά την αυξανόμενη βαρύτητα που δίνουν οι νέοι στις επαγγελματικές προοπτικές και στη δυνατότητα απασχόλησης σε μια αγορά εργασίας που αλλάζει γρήγορα.
Όμως, και εδώ η εικόνα δεν είναι ενιαία. «Ένα τμήμα Πληροφορικής στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη μπορεί να συγκεντρώνει υψηλό ενδιαφέρον, ενώ ένα τμήμα με παρόμοιο αντικείμενο στην περιφέρεια να αφήνει δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες θέσεις κενές. Η επιστημονική αξία του αντικειμένου δεν αρκεί πλέον από μόνη της. Η πόλη, το κόστος ζωής, η φήμη του Ιδρύματος, τα επαγγελματικά δικαιώματα και η δυνατότητα στέγασης επηρεάζουν συχνά περισσότερο από τον τίτλο του τμήματος», λέει ο εκπαιδευτικός αναλυτής.
Η αθέατη πλευρά της επιτυχίας: «Πέρασα, αλλά μπορώ να σπουδάσω;»
Για πολλές οικογένειες η ανακοίνωση της επιτυχίας συνοδεύεται σχεδόν αμέσως από έναν δεύτερο υπολογισμό. Πόσο κοστίζει το ενοίκιο; Θα βρεθεί φοιτητικό σπίτι; Πόσο θα στοιχίζουν η διατροφή, οι λογαριασμοί και οι μετακινήσεις; Μπορεί η οικογένεια να συντηρεί για τέσσερα ή πέντε χρόνια ένα δεύτερο νοικοκυριό;
Η εισαγωγή σε μια σχολή μακριά από τον τόπο κατοικίας δεν είναι πάντοτε το τέλος της αγωνίας. Συχνά είναι η αρχή μιας νέας. Υπάρχουν υποψήφιοι που πέτυχαν σε τμήματα τα οποία επιθυμούν, αλλά δεν γνωρίζουν ακόμη αν θα μπορέσουν πραγματικά να εγγραφούν και να παραμείνουν σε αυτά.
Η φοιτητική στέγη έχει μετατραπεί σε καθοριστικό παράγοντα επιλογής. Ένας υποψήφιος μπορεί να προτιμήσει μια σχολή χαμηλότερα στο μηχανογραφικό του αλλά κοντά στο σπίτι, αντί για ένα τμήμα που θεωρεί καλύτερο και βρίσκεται σε άλλη πόλη. Άλλοι δηλώνουν περιορισμένο αριθμό επιλογών, γνωρίζοντας ότι η οικογένεια δεν μπορεί να αντέξει το κόστος μιας μετακόμισης.
Σύμφωνα με τον κ. Κάτσικα, «αυτή η οικονομική παράμετρος δεν αποτυπώνεται στους πίνακες των βάσεων. Επηρεάζει, όμως, βαθιά το αποτέλεσμα. Η χαμηλή ζήτηση πολλών περιφερειακών τμημάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το αντικείμενό τους δεν ενδιαφέρει τους νέους. Μπορεί να σημαίνει ότι οι οικογένειες δεν μπορούν να πληρώσουν το τίμημα της φοίτησης μακριά από το σπίτι».
Σχεδόν 10.000 κενές θέσεις: Η μεγάλη αντίφαση
Η πιο έντονη αντίφαση των φετινών αποτελεσμάτων βρίσκεται στις χιλιάδες θέσεις που δεν καλύφθηκαν. Από τις 62.329 θέσεις της γενικής σειράς για υποψηφίους των Γενικών Λυκείων, καλύφθηκαν 52.590 και έμειναν κενές 9.739. Το ποσοστό κάλυψης διαμορφώθηκε στο 84,4%, που σημαίνει ότι περίπου μία στις έξι διαθέσιμες θέσεις δεν οδήγησε σε νέο φοιτητή.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, υπάρχουν υποψήφιοι που μένουν εκτός πανεπιστημίων. Από την άλλη, υπάρχουν τμήματα με άδεια αμφιθέατρα. Το παράδοξο αυτό δεν είναι απλώς αριθμητικό. Αγγίζει τη λειτουργία των περιφερειακών πανεπιστημίων, τη βιωσιμότητα των τμημάτων και την ίδια τη φιλοσοφία του συστήματος εισαγωγής.
Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και το διπλό φίλτρο
Την ίδια στιγμή, όπως εξηγεί ο εκπαιδευτικός αναλυτής, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής λειτουργεί πριν από την τελική κατάταξη. Ένας υποψήφιος δεν αρκεί να έχει περισσότερα μόρια από όσους διεκδικούν μια θέση. Πρέπει πρώτα να έχει υπερβεί την ΕΒΕ του συγκεκριμένου τμήματος. Αν δεν το πετύχει, δεν μπορεί να το δηλώσει ή να διεκδικήσει θέση σε αυτό, ακόμη και αν στο τέλος μείνουν πολλές θέσεις κενές.
Οι μεγαλύτερες απώλειες δεν περιορίζονται σε ένα μόνο επιστημονικό πεδίο. Καταγράφονται σε σχολές ναυτικών επαγγελμάτων, στη διοίκηση τουρισμού, στην Πληροφορική, στα Μαθηματικά, στις οικονομικές και στις γεωπονικές επιστήμες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, η Σχολή Μηχανικών των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού κάλυψε 155 από τις 527 θέσεις, αφήνοντας 372 κενές. Στο Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής καλύφθηκαν 51 από τις 289 θέσεις, ενώ στο Τμήμα Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής Ιωαννίνων μόλις 36 από τις 210.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι περιπτώσεις τμημάτων που εισάγουν μονοψήφιο αριθμό φοιτητών. Τμήματα με έναν, δύο, τέσσερις ή πέντε πρωτοετείς δυσκολεύονται αντικειμενικά να λειτουργήσουν ως ζωντανές ακαδημαϊκές κοινότητες.
Πώς οργανώνεται ένα εργαστήριο με τέσσερις φοιτητές; Πώς διατηρείται η ακαδημαϊκή ζωή; Πώς προσελκύονται μέλη ΔΕΠ, ερευνητικά προγράμματα και χρηματοδότηση; Και ποιο είναι το μήνυμα που λαμβάνουν οι ήδη εγγεγραμμένοι φοιτητές όταν βλέπουν το τμήμα τους να αδειάζει χρόνο με τον χρόνο;
Η περιφέρεια πληρώνει βαρύτερο τίμημα
Οι μεγάλες αυξήσεις και πτώσεις των βάσεων εμφανίζονται κυρίως στα περιφερειακά τμήματα, όπου ακόμη και μια σχετικά μικρή μεταβολή στις προτιμήσεις μπορεί να προκαλέσει θεαματική αλλαγή στη βάση.
Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη διαθέτουν πλεονεκτήματα που δύσκολα μπορούν να αντισταθμίσουν τα μικρότερα πανεπιστημιακά κέντρα: περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες, ευκολότερη πρόσβαση σε πρακτική άσκηση, μεγαλύτερα κοινωνικά και ακαδημαϊκά δίκτυα και, για πολλούς υποψηφίους, τη δυνατότητα να συνεχίσουν να ζουν στο οικογενειακό σπίτι.
«Αντίθετα, ένα τμήμα στη Σάμο, στη Φλώρινα, στην Καστοριά, στη Δράμα ή σε άλλη περιφερειακή πόλη ζητά από την οικογένεια να αναλάβει ένα σημαντικό οικονομικό βάρος. Ακόμη και όταν προσφέρει αξιόλογες σπουδές, μπορεί να βρεθεί χαμηλά στις προτιμήσεις εξαιτίας της απόστασης και όχι της ποιότητάς του», σημειώνει ο κ. Κάτσικας.
Και συνεχίζει: «Το αποτέλεσμα είναι ένας πανεπιστημιακός χάρτης δύο ταχυτήτων: από τη μία, τα ιδρύματα των μεγάλων αστικών κέντρων που διατηρούν μεγάλη ζήτηση και, από την άλλη, τμήματα της περιφέρειας που αγωνίζονται κάθε χρόνο να προσελκύσουν τον ελάχιστο αριθμό φοιτητών».
«Οι βάσεις δεν μετρούν πάντα την αξία μιας σχολής»
«Μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις γύρω από τις βάσεις είναι ότι η υψηλή βάση σημαίνει αυτομάτως καλύτερη σχολή και η χαμηλή βάση σχολή μικρότερης αξίας».
Στην πραγματικότητα, τονίζει ο Χρήστος Κάτσικας, η βάση εισαγωγής αποτυπώνει κυρίως τη σχέση προσφοράς και ζήτησης. Επηρεάζεται από τον αριθμό των θέσεων, τις βαθμολογικές επιδόσεις, τις προτιμήσεις των υποψηφίων, την πόλη, το κόστος φοίτησης και τις προσδοκίες για την αγορά εργασίας.
Ένα εξαιρετικό τμήμα μπορεί να έχει χαμηλή βάση επειδή βρίσκεται μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Αντίστροφα, ένα τμήμα μπορεί να εμφανίζει υψηλή βάση επειδή βρίσκεται σε δημοφιλή πόλη ή έχει λίγες διαθέσιμες θέσεις.
Η βάση δεν είναι αξιολόγηση του προγράμματος σπουδών. Δεν αποτυπώνει την ποιότητα των καθηγητών, την έρευνα, τις υποδομές ή τη μελλοντική πορεία ενός φοιτητή. Είναι το τελευταίο μόριο του τελευταίου εισακτέου σε μια συγκεκριμένη χρονιά.
Η επιτυχία στη «δεύτερη επιλογή»
Μια ακόμη αθέατη πλευρά αφορά τους υποψηφίους που πέρασαν, αλλά όχι εκεί όπου ονειρεύονταν. Για ένα παιδί που προετοιμαζόταν επί χρόνια για Ιατρική, Νομική ή μια συγκεκριμένη Πολυτεχνική Σχολή, η εισαγωγή στη δεύτερη ή τρίτη επιλογή μπορεί να βιωθεί αρχικά ως αποτυχία.
«Ωστόσο, η σχολή εισαγωγής δεν καθορίζει από μόνη της ολόκληρη την επαγγελματική και προσωπική πορεία. Πολλοί φοιτητές ανακαλύπτουν ένα αντικείμενο που δεν γνώριζαν επαρκώς, αλλάζουν ενδιαφέροντα, συνεχίζουν με μεταπτυχιακές σπουδές ή δημιουργούν μια διαδρομή εντελώς διαφορετική από εκείνη που φαντάζονταν στα 17 τους χρόνια», επισημαίνει ο Έλληνας ειδικός.
«Το μηχανογραφικό αποτυπώνει τις επιθυμίες ενός νέου σε μία συγκεκριμένη στιγμή. Δεν αποτελεί ισόβια απόφαση. Η ζωή, οι γνώσεις και οι δυνατότητες που θα αποκτήσει μέσα στο πανεπιστήμιο μπορούν να ανοίξουν δρόμους που σήμερα δεν είναι ακόμη ορατοί».
Και για όσους δεν πέρασαν, η ζωή δεν σταματά
Η ανακοίνωση των βάσεων δημιουργεί συχνά μια σκληρή διάκριση ανάμεσα στους «επιτυχόντες» και στους «αποτυχόντες». Όμως, η επίδοση σε μια εξεταστική διαδικασία δεν μπορεί να συνοψίσει την αξία, τις ικανότητες ή το μέλλον ενός ανθρώπου.
Ένας υποψήφιος μπορεί να ξαναπροσπαθήσει, να στραφεί στην επαγγελματική κατάρτιση, να επιλέξει σπουδές στο εξωτερικό, να αναζητήσει διαφορετικό εκπαιδευτικό δρόμο ή να εισέλθει νωρίτερα στην αγορά εργασίας. Καμία από αυτές τις διαδρομές δεν είναι κατώτερη από μια άλλη.
«Η απογοήτευση είναι φυσική και χρειάζεται χρόνο. Αυτό που δεν χρειάζεται είναι η ενοχή. Οι Πανελλαδικές μετρούν την απόδοση σε συγκεκριμένα μαθήματα, σε συγκεκριμένες ημέρες, κάτω από μεγάλη ψυχολογική πίεση. Δεν μετρούν τη δημιουργικότητα, την επιμονή, την κοινωνική ευφυΐα, την ενσυναίσθηση ή τις δεξιότητες που μπορεί να αναπτύξει ένας νέος στα επόμενα χρόνια», σχολιάζει με νόημα.
Οι πραγματικές ερωτήσεις αρχίζουν μετά τις βάσεις
Η δημόσια συζήτηση εστιάζει συνήθως στο ποια σχολή ανέβηκε, ποια έπεσε και ποιος ήταν ο πρώτος των πρώτων. Όμως, οι ουσιαστικές ερωτήσεις βρίσκονται αλλού, σύμφωνα με τον κ. Κάτσικα.
Μπορεί κάθε επιτυχών να υποστηρίξει οικονομικά τις σπουδές του; Υπάρχουν αρκετές φοιτητικές εστίες; Γιατί τμήματα με σύγχρονα επιστημονικά αντικείμενα μένουν χωρίς φοιτητές; Μπορεί να θεωρείται επιτυχημένο ένα σύστημα που αφήνει σχεδόν 10.000 θέσεις ακάλυπτες; Πώς θα στηριχθούν τα περιφερειακά πανεπιστήμια; Και κατά πόσον οι μαθητές διαθέτουν ουσιαστικό επαγγελματικό προσανατολισμό πριν κληθούν να λάβουν μια τόσο σημαντική απόφαση;
Οι Βάσεις 2026 αναδεικνύουν τη σταθερή ζήτηση για τις παραδοσιακές σχολές κύρους και τη μεγάλη στροφή προς την Πληροφορική και τις νέες τεχνολογίες. Αναδεικνύουν, όμως, ταυτόχρονα τις κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες, την πίεση του κόστους ζωής, τις συνέπειες της ΕΒΕ και την αποδυνάμωση πολλών περιφερειακών τμημάτων.
«Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν νέοι που σήμερα πανηγυρίζουν, άλλοι που προσπαθούν να διαχειριστούν μια απογοήτευση και οικογένειες που ανοίγουν χαρτί και μολύβι για να δουν αν το όνειρο μπορεί να πληρωθεί. Η ανακοίνωση των βάσεων δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι η αρχή πολλών διαφορετικών διαδρομών. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική αλήθεια που χάνεται κάθε χρόνο μέσα στους πίνακες των μορίων», καταλήγει.