Η καθηγήτρια Εύη Νομικού παρουσίασε στο διεθνές συνέδριο CAV2026 στη Νάπολη τα δεδομένα από την ηφαιστειακή κρίση του 2025 της Σαντορίνης και τη σημασία της συνεχούς παρακολούθησης.
Στο επίκεντρο του διεθνούς επιστημονικού ενδιαφέροντος για τη διαχείριση του ηφαιστειακού κινδύνου βρέθηκε η Σαντορίνη, με την καθηγήτρια Εύη Νομικού να συμμετέχει στο συνέδριο CAV2026: Global Volcano Communities - Enduring the Unrest, Facing the Eruption, το οποίο ξεκίνησε τις εργασίες του στις 27 Οκτωβρίου και ολοκληρώνεται σήμερα στο Auditorium Porta del Parco, στη Νάπολη της Ιταλίας.
Οι επιστήμονες αντάλλαξαν απόψεις με εκπροσώπους της Πολιτικής Προστασίας, αλλά και με ανθρώπους από περιοχές που ζουν με τη διαρκή παρουσία ενεργών ηφαιστείων. Το ζητούμενο δεν ήταν μόνο η επιστημονική κατανόηση των ηφαιστειακών διεργασιών, αλλά και η αξιοποίηση των δεδομένων για την προστασία των κατοίκων, την έγκαιρη ενημέρωση και την οργάνωση της πολιτικής προστασίας, ιδίως σε τουριστικούς προορισμούς όπου η διαχείριση μιας κρίσης επηρεάζει την καθημερινότητα ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας.
Η διακεκριμένη Ελληνίδα καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας και Φυσικής Γεωγραφίας στο ΕΚΠΑ, με διεθνή αναγνώριση για το έργο της στη μελέτη του υποθαλάσσιου ηφαιστειακού συστήματος της Σαντορίνης, Εύη Νομικού, παρουσίασε την περίπτωση της Σαντορίνης με ομιλία υπό τον τίτλο «Santorini’s 2024-2025 Unrest: Monitoring, Scientific Interpretation and Lessons for Risk Management».
Στο επίκεντρο βρέθηκαν η σεισμική και ηφαιστειακή αναταραχή του 2024-2025, τα δεδομένα από την παρακολούθηση του συστήματος και η προσπάθεια να ερμηνευθεί η κινητικότητα του μάγματος σε συνδυασμό με τη λειτουργία των τεκτονικών ρηγμάτων.
Όπως ανέφερε σε ανάρτησή της για τη συμμετοχή της στο συνέδριο, η σύνθεση των δεδομένων από την ξηρά και τον υποθαλάσσιο χώρο συνέβαλε στην έγκαιρη κατανόηση της βαθιάς μαγματικής διείσδυσης και της αλληλεπίδρασής της με το τεκτονικό σύστημα.
Η ίδια υπογράμμισε τη σημασία της αδιάλειπτης παρακολούθησης, επισημαίνοντας ότι η επιστημονική αβεβαιότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται με συστηματικά δεδομένα και υπεύθυνη ενημέρωση, χωρίς να προκαλείται αδικαιολόγητη αναστάτωση στη ζωή των κατοίκων.
Στην ίδια θεματική ενότητα, ο Σωτήρης Αντωνάτος, από την Πολιτική Προστασία του Δήμου Θήρας, παρουσίασε το πρόγραμμα PROJECT EXODUS, το οποίο βασίζεται στη μετάβαση από την επιστημονική γνώση στην ετοιμότητα της κοινότητας. Η παρουσίαση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο τα επιστημονικά συμπεράσματα μπορούν να μετατραπούν σε πρακτικά εργαλεία για την Πολιτική Προστασία, ενώ αναφέρθηκε και στην εκπαίδευση αλλά και στις διαδικασίες προετοιμασίας για τους κατοίκους.
Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν, επίσης, στοιχεία και μελέτες από άλλες ηφαιστειακές περιοχές, μεταξύ των οποίων τα Κάμπι Φλεγκρέι στην Ιταλία, η Τενερίφη, η χερσόνησος Ρέικιανες στην Ισλανδία, η Λα Πάλμα, η Στρόμπολι, η Αίτνα, οι Αζόρες και η Χαβάη.
Οι διαφορετικές περιπτώσεις ανέδειξαν την ανάγκη συντονισμού μεταξύ επιστημονικών φορέων και υπηρεσιών πολιτικής προστασίας, αλλά και τη δυσκολία διαχείρισης μιας παρατεταμένης περιόδου αναταραχής, όταν δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με ακρίβεια η εξέλιξή της.
Τα ευρήματα από τον βυθό της Σαντορίνης
Η παρουσίαση στη Νάπολη ήρθε σε συνέχεια της επιστημονικής συζήτησης που είχε προηγηθεί στη Σαντορίνη. Την Κυριακή 18 Οκτωβρίου, στο Πολιτιστικό Κέντρο Μπελλώνειο στα Φηρά, πραγματοποιήθηκε επιστημονική εκδήλωση με αντικείμενο τη σεισμική κρίση του 2025, τα νέα ευρήματα από τις υποθαλάσσιες έρευνες και τη δυναμική του ηφαιστειακού συστήματος της
περιοχής. Ιδιαίτερη θέση είχαν τα αποτελέσματα της ερευνητικής αποστολής IODP 398, η οποία πραγματοποιήθηκε με το ερευνητικό πλοίο JOIDES Resolution, καθώς και τα στοιχεία από το υποθαλάσσιο σύστημα παρακολούθησης SANTORY, που έχει καταγράψει επί 27 μήνες τις μεταβολές στο περιβάλλον του ηφαιστείου Κολούμπο.
Ο καθηγητής Τιμ Ντρούιτ, αναφερόμενος στα ευρήματα της αποστολής IODP 398, παρουσίασε στοιχεία για μια άγνωστη έως τότε στρώση ελαφρόπετρας, πάχους που φτάνει έως και τα 150 μέτρα, η οποία συνδέεται με μεγάλη έκρηξη πριν από περίπου 765.000 χρόνια. Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, το μέγεθος της συγκεκριμένης έκρηξης ξεπερνούσε εκείνο της μινωικής έκρηξης.
Στην ίδια παρουσίαση έγινε αναφορά σε ενδείξεις τουλάχιστον 19 εκρήξεων στην περιοχή του Κολούμπο κατά τα τελευταία 265.000 χρόνια.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν περιλάμβαναν, ακόμη, εκτιμήσεις για την πιθανότητα νέας ηφαιστειακής δραστηριότητας. Όπως αναφέρθηκε στην εκδήλωση, η πιθανότητα νέας μεγάλης έκρηξης στο άμεσο μέλλον θεωρείται πολύ χαμηλή, ενώ για μικρότερη έκρηξη από την αλυσίδα ηφαιστειακών κώνων η εκτίμηση των επιστημόνων κάνει λόγο για ποσοστά της τάξης 0,5% - 3% για τα επόμενα 30 χρόνια. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην έκρηξη της Καμένης το 726 μ.Χ., η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ενδέχεται να ήταν μεγαλύτερη από όσο είχε εκτιμηθεί μέχρι σήμερα, με όγκο μάγματος περίπου ενός κυβικού χιλιομέτρου.
Ο δρ Στέφεν Κούτερόλφ παρουσίασε ευρήματα από τη χημική ανάλυση θαλάσσιων ιζημάτων και στρωμάτων ηφαιστειακής τέφρας. Από την έρευνα, όπως αναφέρθηκε, έχουν εντοπιστεί περισσότερες από 200 εκρηκτικές φάσεις που δεν είχαν καταγραφεί προηγουμένως, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι η ηφαιστειακή δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή ανάγεται σε βάθος περίπου 2,4 εκατομμυρίων ετών.
Παράλληλα, μοντέλα που παρουσιάστηκαν υποδεικνύουν ότι πυροκλαστικές ροές από την έκρηξη της Κω, πριν από περίπου 160.000 χρόνια, ενδέχεται να κινήθηκαν υποθαλάσσια σε απόσταση 140 χιλιομέτρων προς τα δυτικά, φτάνοντας στις λεκάνες της Σαντορίνης.
Στη σεισμική κρίση του 2025 επικεντρώθηκε ο δρ Γενς Κάρστενς, ο οποίος στάθηκε στον συνδυασμό δεδομένων της ξηράς και του θαλάσσιου χώρου. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, τα δεδομένα δείχνουν ότι η βαθιά διείσδυση μάγματος συνδέθηκε με την ενεργοποίηση υποθαλάσσιων ρηγμάτων, ενώ το μάγμα παρέμεινε σε βάθος και δεν έφτασε στην επιφάνεια.
Στην ίδια παρουσίαση αναφέρθηκε ότι η συγκεκριμένη κρίση έχει πλέον υποχωρήσει πλήρως. Ωστόσο, το συμπέρασμα που προκύπτει από την επιστημονική ανάλυση είναι ότι η παρακολούθηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη σεισμικότητα ή σε έναν μεμονωμένο δείκτη. Η Σαντορίνη, το Κολούμπο και η περιοχή της Αμοργού εντάσσονται σε ένα σύνθετο ηφαιστειακό και τεκτονικό σύστημα, στο οποίο διαφορετικές διεργασίες μπορούν να αλληλεπιδρούν.
Αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση του κινδύνου απαιτεί συνεχή παρακολούθηση πολλών παραμέτρων. Οι τεκτονικές μεταβολές, οι υδροθερμικές διεργασίες και η ηφαιστειακή δραστηριότητα μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους, δημιουργώντας αλληλουχίες φαινομένων που δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν επαρκώς μεμονωμένα.
Η κ. Εύη Νομικού παρουσίασε τα δεδομένα από τους 27 μήνες παρακολούθησης του υποθαλάσσιου συστήματος SANTORY στην περιοχή του Κολούμπο. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στην εκδήλωση, η καταγραφή αερίων όπως το διοξείδιο του άνθρακα, το ήλιο και το μεθάνιο, μαζί με αυξημένες συγκεντρώσεις ιχνοστοιχείων, αποτελεί ένδειξη ότι το σύστημα εξακολουθεί να τροφοδοτείται από βαθύτερες μαγματικές δεξαμενές, ακόμη και σε περιόδους σεισμικής ηρεμίας.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η απουσία έντονης σεισμικής δραστηριότητας δεν σημαίνει πως παύουν να εξελίσσονται διεργασίες στον υποθαλάσσιο χώρο. Μεταβολές στο υδροθερμικό σύστημα, αναταράξεις των ιζημάτων στον πυθμένα και αστάθεια στις πλαγιές του κρατήρα μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετους κινδύνους, ακόμη και χωρίς να εκδηλωθεί έκρηξη ή να φτάσει μάγμα στην επιφάνεια.
Για τον λόγο αυτόν, η καθηγήτρια έθεσε ως άμεση επιστημονική προτεραιότητα την επανατοποθέτηση των υποθαλάσσιων οργάνων του SANTORY στον κρατήρα του Κολούμπο, ώστε να αποκατασταθεί η συνεχής ροή δεδομένων. Η διακοπή ή η αποσπασματική λειτουργία της παρακολούθησης περιορίζει τη δυνατότητα των επιστημόνων να εντοπίζουν έγκαιρα τις μεταβολές και να αξιολογούν τη σημασία τους.
Παράλληλα, επανέφερε την ανάγκη δημιουργίας ενός μόνιμου, στελεχωμένου ηφαιστειακού παρατηρητηρίου στη Σαντορίνη. Μια τέτοια δομή θα μπορούσε να συνδυάζει τη συστηματική συλλογή και ανάλυση δεδομένων με τη συνεργασία των επιστημονικών φορέων και των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας, αλλά και με την ενημέρωση των κατοίκων.
«Η επιστημονική γνώση δεν σταματά στην ανακάλυψη. Μετατρέπεται σε κατανόηση, προετοιμασία και υπεύθυνη ενημέρωση των κατοίκων. Ο βυθός της Σαντορίνης συνεχίζει να μας διδάσκει - και οφείλουμε να είμαστε εκεί, με συνεχή παρακολούθηση, υποδομές και επιστημονική εγρήγορση», ανέφερε.
Για τη Σαντορίνη, το ζητούμενο είναι διπλό, αφενός να συνεχιστεί η συστηματική παρακολούθηση ενός σύνθετου ηφαιστειακού συστήματος και αφετέρου τα δεδομένα να φτάνουν με σαφήνεια στους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στο νησί. Η σεισμική κρίση του 2025 ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας ανάμεσα στους επιστήμονες και στην Πολιτική Προστασία.
Τα ευρήματα από τον βυθό προσθέτουν νέα στοιχεία στην κατανόηση της περιοχής, ενώ η επαναλειτουργία των υποθαλάσσιων οργάνων και η δημιουργία μόνιμου παρατηρητηρίου παραμένουν, σύμφωνα με την κ. Εύη Νομικού, κρίσιμες προτεραιότητες για τη συνέχεια.