Πότε οι πικροδάφνες είναι επικίνδυνες για τον άνθρωπο και πώς ξεκίνησε η ανησυχία για το συγκεκριμένο φυτό που βρίσκεται σε δρόμους και πάρκα των πόλεων;
Η ανησυχία για τις πικροδάφνες ξεκίνησε μετά από οδηγίες που εκδόθηκαν για την παρουσία του φυτού σε σχολεία και παιδικές χαρές, με αφορμή τη δυνητική τοξικότητά του.
Όπως ανέφερε στην ΕΡΤ ο καθηγητής Πνευμονολογίας Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, η συζήτηση ξεκίνησε ύστερα από ερώτημα που τέθηκε στη Θεσσαλία από εκπαιδευτικούς σχετικά με τις πικροδάφνες σε σχολικούς χώρους. Ακολούθησε αρχικά τοποθέτηση του Ιατρικού Συλλόγου Λάρισας και στη συνέχεια παρεμβάσεις των αρμόδιων φορέων.
Ο Θεόδωρος Βασιλακόπουλος σημείωσε ότι η θέση του ΕΟΔΥ εκφράστηκε επίσημα μέσα από το νεότερο δελτίο Τύπου που εκδόθηκε, ξεκαθαρίζοντας ότι ο Οργανισμός μπορεί να προχωρά σε συστάσεις πρόληψης και ενημέρωσης. Όπως είπε, η νέα ανακοίνωση αποτυπώνει μια πιο επικαιροποιημένη και ισορροπημένη προσέγγιση του θέματος.
Πότε μπορεί να γίνει επικίνδυνη η πικροδάφνη για τον άνθρωπο
Ο κ. Βασιλακόπουλος εξήγησε ότι η πικροδάφνη είναι πράγματι ένα δυνητικά τοξικό φυτό, όχι όμως υπό συνήθεις συνθήκες παρουσίας σε έναν χώρο.
- Κίνδυνος μπορεί να υπάρξει εάν κάποιος κόψει φύλλα, άνθη ή κλαδιά και τα μασήσει, κυρίως σε μεγάλη ποσότητα.
- Επίσης, πρόβλημα μπορεί να προκύψει από την εισπνοή καπνού σε περίπτωση καύσης του φυτού.
Υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει λόγος να ξεριζωθούν οι ήδη υπάρχουσες πικροδάφνες από σχολεία ή άλλους δημόσιους χώρους. Αντίθετα, όπως είπε, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην ενημέρωση παιδιών, γονέων και εκπαιδευτικών, ώστε να αποφεύγεται η επαφή με μέρη του φυτού.
Παράλληλα, σημείωσε ότι κατά τον σχεδιασμό νέων σχολικών μονάδων, παιδικών χαρών ή χώρων με μεγάλη παρουσία παιδιών, θα ήταν προτιμότερο να επιλέγονται άλλα είδη φυτών αντί για πικροδάφνες.
Αναφερόμενος στα στοιχεία του Κέντρου Δηλητηριάσεων, είπε ότι από το 2020 έως σήμερα σημειώνονται κάθε χρόνο περίπου 15 με 20 περιστατικά δηλητηρίασης παιδιών από πικροδάφνη, ωστόσο έως τώρα ήταν ήπια και δεν χρειάστηκε χορήγηση αντίδοτου ή νοσηλεία.
Σχολιάζοντας τις προηγούμενες οδηγίες που είχαν προκαλέσει αντιδράσεις, ανέφερε ότι υπήρξε μια «ιδιαίτερα έντονη επιστημονική αυστηρότητα», εκτιμώντας πως η νεότερη προσέγγιση τοποθετεί το θέμα σε πιο ρεαλιστική και ψύχραιμη βάση.