Oι 200 της Καισαριανής -Πόσο διαφορετικά είδαν το θέμα ο Νίκος Μαραντζίδης και ο Στάθης Καλύβας - iefimerida.gr

Oι 200 της Καισαριανής -Πόσο διαφορετικά είδαν το θέμα ο Νίκος Μαραντζίδης και ο Στάθης Καλύβας

Η εκτέλεση στην Καισαριανή
Η εκτέλεση στην Καισαριανή
NEWSROOM IEFIMERIDA.GR

Δύο ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες που για χρόνια συνυπήρξαν στον ίδιο ερευνητικό δρόμο, επιστρέφουν σήμερα στο προσκήνιο από διαφορετικές αφετηρίες απέναντι στις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής.

Οι δύο ιστορικοί φωτίζουν με άρθρα τους όχι μόνο μια παλιά πληγή της Ιστορίας, αλλά και το διαρκές ερώτημα για το πώς θυμόμαστε, πώς ερμηνεύουμε και πώς πολιτικοποιούμε τη μνήμη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για αρκετά χρόνια ο Νίκος Μαραντζίδης και ο Στάθης Ν. Καλύβας βρέθηκαν στο ίδιο επιστημονικό πεδίο, συμβάλλοντας από κοινού στη συζήτηση για τη δεκαετία του ’40. Συνυπέγραψαν το βιβλίο «Εμφύλια πάθη: 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο» και συμμετείχαν ενεργά σε έναν ευρύτερο διάλογο που επιχείρησε να επανεξετάσει καθιερωμένες αφηγήσεις για την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η κοινή τους παρουσία στον δημόσιο χώρο συνδέθηκε με μια προσπάθεια κριτικής προσέγγισης της περιόδου, πέρα από απλουστευτικά σχήματα και μονοδιάστατες ερμηνείες.

Σήμερα, όμως, ένα νέο ντοκουμέντο -οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής- τούς βρίσκει σε διαφορετικές όχθες. Και η απόσταση δεν είναι μεθοδολογική. Είναι ερμηνευτική, σχεδόν υπαρξιακή. Δεν πρόκειται για διαφωνία λεπτομερειών, αλλά για διαφορετική αφετηρία στο πώς νοείται η σχέση μνήμης, πολιτικής ταυτότητας και δημόσιας χρήσης της Ιστορίας.

Ο Νίκος Μαραντζίδης για τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής

Σαν να κοιτούν το ίδιο καρέ από διαφορετικό ύψος, οι δύο πρώην συνοδοιπόροι διαβάζουν το ίδιο εύρημα με αντίστροφα αντανακλαστικά. Ο Μαραντζίδης αντιμετωπίζει τις φωτογραφίες ως «αξιακό φορτίο» που κινδυνεύει να εξουδετερωθεί όταν η πολιτική ταυτότητα των εκτελεσμένων μπαίνει σε παρένθεση. Γι’ αυτό και εστιάζει στην αμηχανία της «Δεξιάς» και στην προσπάθεια να παρουσιαστούν οι 200 ως αφηρημένα σύμβολα εθνικής ομοψυχίας, «διαλύοντας το συγκεκριμένο μέσα στο διαχρονικό». Στο βάθος, η δική του αγωνία αφορά τον κίνδυνο η μνήμη να εξουδετερωθεί μέσω γενίκευσης.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Μαραντζίδης, σε άρθρο του στο News 24/7, κοιτά τις φωτογραφίες και δεν βλέπει μόνο πρόσωπα μπροστά στο απόσπασμα. Βλέπει, όπως γράφει, «συμπυκνωμένη υπενθύμιση ενός πολιτικού και ηθικού σύμπαντος» και «τεκμήρια μιας θηριωδίας» που λειτουργούν ταυτόχρονα ως υπενθύμιση στάσεων ζωής «μέχρι την ύστατη στιγμή». Δηλώνει, μάλιστα, ότι δεν θα επιχειρήσει να προσθέσει κάτι στη συζήτηση για «τη στάση, το βλέμμα, τη συνείδηση εκείνων που βάδιζαν προς τον θάνατο», καθώς, όπως σημειώνει, πολλοί ήδη έγραψαν «με ενάργεια, συγκίνηση, αλλά και βαθιά κατανόηση».

Το βάρος της ανάλυσής του τοποθετείται αλλού. Στην «αμηχανία, στα όρια της δυσαρέσκειας», με την οποία η καθιερωμένη «Δεξιά» αντιμετώπισε το ότι οι εκτελεσμένοι ήταν κομμουνιστές. Και εδώ δεν μένει στη διαπίστωση, αλλά επιχειρεί να εξηγήσει το γιατί.

Πρώτον, υποστηρίζει ότι η ελληνική «Δεξιά» ουδέποτε εγκατέλειψε πλήρως τον πυρήνα του αφηγήματος της εθνικοφροσύνης, σύμφωνα με το οποίο οι κομμουνιστές υπήρξαν απάτριδες διεθνιστές και, εν δυνάμει, ύποπτοι για την εθνική ακεραιότητα. Η επιθετικότητα μπορεί να έχει αμβλυνθεί σε σχέση με την εποχή του μετεμφυλιακού κράτους και του Ψυχρού Πολέμου, όμως ο βασικός ιδεολογικός άξονας παραμένει, όπως σημειώνει, διαρκώς παρών. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τη ρητορική μερίδας υπουργών και δημόσιων προσώπων της «Δεξιάς», όπου με την πρώτη ευκαιρία κάθε αριστερή αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής αντιμετωπίζεται ως «εθνικά ύποπτη».

Δεύτερον, θεωρεί ότι η «Δεξιά» επιδεικνύει μια μόνιμη αδυναμία κατανόησης των κοινωνικών και ψυχολογικών μηχανισμών της κομμουνιστικής στράτευσης. Η ένταξη στο Κόμμα δεν ήταν μια απλή πολιτική επιλογή, αλλά συνειδητή είσοδος σε ένα παγκόσμιο σύστημα αξιών, κωδίκων και συμβολισμών. Οι κομμουνιστές γνώριζαν εκ των προτέρων τις συνέπειες -σύλληψη, φυλάκιση, επαγγελματικός αποκλεισμός, κοινωνική περιθωριοποίηση, ακόμη και απώλεια ζωής- και παρ’ όλα αυτά προχωρούσαν. Η στράτευση, συνεπώς, δεν ήταν μόνο πολιτική κοινωνικοποίηση. Ήταν υπαρξιακή δέσμευση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με απλά λόγια, το να είναι κανείς κομμουνιστής επηρέαζε κάθε πτυχή της ζωής του, δημόσιας και ιδιωτικής, διαμορφώνοντας μια συνεκτική και συχνά αδιαπραγμάτευτη ταυτότητα. Δεν έτυχε, λοιπόν, να είναι κομμουνιστές οι εκτελεσμένοι. Βρέθηκαν εκεί επειδή ήταν κομμουνιστές.

Τρίτον, υποστηρίζει ότι με την εμφάνιση αυτών των φωτογραφιών η ελληνική «Δεξιά» βίωσε ένα είδος «εθνικού φθόνου». Στη νεότερη Ιστορία της χώρας, γράφει, κανένα άλλο πολιτικό κόμμα και καμία άλλη πολιτική οικογένεια δεν μπορεί να παρουσιάσει τόσο εκτεταμένο μαρτυρολόγιο ούτε κινητοποίησε τόσο πολλούς ανθρώπους στην υπόθεση της Αντίστασης. Οι 200 της Καισαριανής αποτελούν, κατά την άποψή του, αδιάψευστη μαρτυρία αυτού του γεγονότος.

Τέταρτον, θεωρεί ότι οι φωτογραφίες επαναφέρουν και ενισχύουν στη «Δεξιά» ένα σύνδρομο «ηθικής κατωτερότητας», καθώς υπενθυμίζουν πως η Ιστορία δεν γράφεται με ισολογισμούς, αλλά με την ανθρώπινη αγωνία για έναν καλύτερο κόσμο. Μια αγωνία που συχνά είναι συνώνυμη με την ανυπακοή. Και σε αυτή την ιστορία, σημειώνει, η «Δεξιά» δεν είναι απλώς απούσα. Είναι συχνά απέναντι.

Έτσι, καταλήγει ότι οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν αφηρημένα σύμβολα εθνικής ομοψυχίας, αλλά κομμουνιστές που έδρασαν, διώχθηκαν και εκτελέστηκαν για τις ιδέες τους. Και η αναγνώριση αυτού του γεγονότος, υπογραμμίζει, «δεν διχάζει την Ιστορία. Την καθιστά ακριβέστερη».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σημειωτέον ότι τα τελευταία χρόνια ο Μαραντζίδης βρίσκεται σε στενή συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα και είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, στοιχείο που προσδίδει πρόσθετο πολιτικό ενδιαφέρον στη δημόσια τοποθέτησή του.

200 της Καισαριανής: Η άποψη του Στάθη Καλύβα

Σε αυτή ακριβώς την ανάγνωση, ο Καλύβας αντιπαραθέτει μια διαφορετική αφετηρία. Εκεί όπου ο Μαραντζίδης βλέπει τον κίνδυνο της αποπολιτικοποίησης, ο ίδιος βλέπει πρωτίστως τον κίνδυνο της εργαλειοποίησης της συγκίνησης. Σε άρθρο του στην «Καθημερινή» ξεκινά από ένα ευθέως διατυπωμένο ερώτημα. «Τι ακριβώς συνεισφέρει η ανακάλυψη αυτών των φωτογραφικών ντοκουμέντων;». Η απάντησή του είναι «διπλή: συγκινησιακή φόρτιση και πολιτική χειραγώγηση». Πιθανότατα, προσθέτει, «όχι βαθύτερη ιστορική γνώση, ενδεχομένως και ιστορική στρέβλωση».

Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η «εξίσωση κομμουνιστών και αντιστασιακών», την οποία θεωρεί ότι «πάσχει από δύο σοβαρά πραγματολογικά προβλήματα». Αφενός, «οι κομμουνιστές δεν έκαναν απλά αντίσταση, έκαναν επανάσταση και μάλιστα με διεθνιστικό πρόσημο», με στόχο και «τη συγκρότηση ενός σοβιετικού κράτους». Αφετέρου, «δεν ήταν όλοι όσοι έκαναν αντίσταση κομμουνιστές».

Στο ίδιο πλαίσιο, φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Λέλα Καραγιάννη, την οποία περιγράφει ως μία από τις πιο αποτελεσματικές και ανιδιοτελείς μορφές της ελληνικής Αντίστασης, που εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι τον Σεπτέμβριο του 1944 μαζί με δεκάδες ακόμη άνδρες και γυναίκες, στην πλειονότητά τους μέλη μη κομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων. Σημειώνει ότι φωτογραφίες από την εκτέλεσή τους κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, χωρίς όμως να προκαλούν αντίστοιχη συγκίνηση ή να προβάλλονται στον ίδιο βαθμό με εκείνες της Καισαριανής, κάτι που, κατά την άποψή του, δείχνει πόσο επιλεκτικά λειτουργεί η δημόσια μνήμη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Υπενθυμίζει, επίσης, ότι μετά το 1943 η Ελλάδα συγκλονίζεται όχι μόνο από την αντίσταση, αλλά και από έναν «πολύπλευρο και πολύ αιματηρό εμφύλιο πόλεμο», όπου «οι κομμουνιστές δεν είναι μόνο θύματα, είναι και θύτες».

Δύο διαφορετικές αγωνίες, που όμως γεννιούνται από το ίδιο σημείο: Την επίγνωση ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ο Μαραντζίδης φοβάται τη λήθη που κρύβεται πίσω από την αποπολιτικοποίηση. Ο Καλύβας φοβάται τη χειραγώγηση που μπορεί να κρύβεται πίσω από τη συγκίνηση. Ο πρώτος ζητάει να ειπωθεί καθαρά ποιοι ήταν οι εκτελεσμένοι και γιατί βρέθηκαν εκεί. Ο δεύτερος ζητάει να μην επιτρέψουμε στην εικόνα να μετατραπεί σε όχημα ενός νέου απλουστευτικού μύθου.

Η ειρωνεία παραμένει ισχυρή. Δύο άνθρωποι που κάποτε επιχείρησαν μαζί να περιπλέξουν τις εύκολες βεβαιότητες για τον Εμφύλιο, σήμερα διαφωνούν για το πώς πρέπει να διαχειριστούμε ένα από τα πιο φορτισμένα σύμβολα μνήμης της περιόδου. Και ίσως αυτή η διαφωνία να είναι η πιο γόνιμη απόδειξη ότι η Ιστορία δεν είναι ποτέ κλειστό κεφάλαιο. Παραμένει ένα ανοιχτό, ζωντανό πεδίο σύγκρουσης ερμηνειών. Όχι μόνο για το τι συνέβη, αλλά και για το πώς επιλέγουμε να το θυμόμαστε.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ