«Πατώντας» αποκλειστικά στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης αναγνώρισε δικαίωμα αποζημίωσης σε συνταξιούχο γιατρό του ΕΣΥ για κανονική άδεια που δεν έλαβε πριν την υποχρεωτική αποχώρησή του από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας του.
Με την υπ’ αριθμόν 164/2026 απόφασή του επιδίκασε αποζημίωση 14.965,92 ευρώ για 76 ημέρες άδειας και επιπλέον 1.000 ευρώ για ηθική βλάβη που υπέστη ο γιατρός, κρίνοντας ότι η μη χορήγηση της άδειας του προκάλεσε «αισθήματα κόπωσης και ψυχολογικής πίεσης».
Το σκεπτικό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η απόφαση εκτός του ότι στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Οδηγία 2003/88/ΕΚ για τον χρόνο εργασίας, δεν βασίζεται σε αντίστοιχη ελληνική νομολογία για την ουσία της υπόθεσης.
Στο σκεπτικό του το δικαστήριο επισημαίνει ότι το δικαίωμα στην ετήσια άδεια με αποδοχές αποτελεί «ιδιαίτερης σημασίας αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης» και ότι κατοχυρώνεται και από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα υπογραμμίζει ότι, όταν λήγει η εργασιακή σχέση και ο εργαζόμενος δεν μπορεί πλέον να λάβει την άδειά του, «καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση για τη μη χορηγηθείσα άδεια», ενώ απορρίπτει την άποψη ότι το δικαίωμα χάνεται επειδή ο εργαζόμενος δεν πρόλαβε να κάνει χρήση της άδειας.
Ο προσφεύγων γιατρός είχε ζητήσει ήδη από το 2021 να λάβει 82 ημέρες άδειας, όμως το νοσοκομείο ενέκρινε μόνο 10 ημέρες, επικαλούμενο υπηρεσιακές ανάγκες. Στη συνέχεια τέθηκε σε αναστολή καθηκόντων και, μετά την επιστροφή του, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας που τον οδήγησαν σε πολύμηνη αναρρωτική άδεια έως την αυτοδίκαιη συνταξιοδότησή του.
Το δικαστήριο έκρινε ότι οι υπηρεσιακοί λόγοι που επικαλέστηκε το νοσοκομείο «δεν εξειδικεύονται», ενώ διαπίστωσε ότι ο γιατρός δεν έχασε τις άδειές του από δική του υπαιτιότητα. Έτσι αναγνώρισε ότι δικαιούται πλήρη αποζημίωση για τις 76 ημέρες που δεν έλαβε.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού
Η συγκεκριμένη απόφαση είναι από τις λίγες ελληνικές αποφάσεις που εφαρμόζουν τόσο εκτενώς τη νομολογία του ΔΕΕ σε υπόθεση δημοσίου υπαλλήλου.
Στο σκεπτικό της παραπέμπει, μεταξύ άλλων:
- στην απόφαση του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Neidel (C-337/10), με την οποία κρίθηκε ότι το δικαίωμα σε αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια ισχύει και για δημοσίους υπαλλήλους,
- στις αποφάσεις Max-Planck (C-684/16) και Kreuziger (C-619/16), σύμφωνα με τις οποίες ο εργαζόμενος δεν χάνει αυτομάτως την άδειά του επειδή δεν την ζήτησε, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι του έδωσε πραγματική δυνατότητα να την λάβει,
- καθώς και στην απόφαση C-341/15, με την οποία κρίθηκε ότι ο εργαζόμενος δικαιούται χρηματική αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια ανεξάρτητα από τον λόγο λύσης της εργασιακής σχέσης.
Όσον αφορά στο ελληνικό δίκαιο , στην απόφαση γίνεται επίκληση μόνο της υπ’ αριθμ. 607/2018 του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η οποία είχε δεχθεί ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του παλαιού Υπαλληλικού Κώδικα για τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης όταν δεν υπάρχει νεότερη ειδική ρύθμιση.
Η κρίση του δικαστηρίου της Μυτιλήνης θεωρείται σημαντική, καθώς ανοίγει τον δρόμο για αντίστοιχες αξιώσεις δημοσίων υπαλλήλων που αποχώρησαν από την υπηρεσία με αδιάθετες ημέρες κανονικής άδειας, και μάλιστα και στις περιπτώσεις εκείνες που δεν λήφθηκαν λόγω υπηρεσιακών αναγκών ή μακράς αναρρωτικής άδειας και όχι από δική τους επιλογή.