Η Δήμητρα Βούλγαρη-Λάμπρου είναι η γυναίκα που έχει μείνει στη μνήμη της κοινής γνώμης ως εκείνη που μετονομάστηκε μέσα σε λίγους μήνες από τεθλιμμένη σε «μαύρη χήρα» και βασική «εκτελέστρια» του 42χρονου συζύγου της Θανάση Λάμπρου, στο έγκλημα της Αργολίδας που συγκλόνισε το πανελλήνιο τον Δεκέμβριο του 2014.
Επί 7,5 μήνες έπαιζε θέατρο υποδυόμενη τη χαροκαμένη χήρα. Μία παράσταση όμως που δεν είχε πείσει κανέναν στην Κοιλάδα Αργολίδας και μετά από 16 ώρες ανάκρισης έσπασε και ομολόγησε. Για τη δολοφονία του ναυτικού συζύγου της το δικαστήριο την έκρινε, ομόφωνα, ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και της επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης, ενώ και το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου την κήρυξε ένοχη διατηρώντας την πρωτόδικη απόφαση.
Σήμερα, έντεκα χρόνια μετά το στυγερό έγκλημα η Δήμητρα Βούλγαρη είναι έτοιμη να κάνει χρήση το δικαίωμα που της δίνει ο νόμος και να αιτηθεί άδεια από την φυλακή.
Σύμφωνα με νομικούς που μίλησαν στο iefimerida η «μαύρη χήρα» βρίσκεται στο χρονικό σημείο που μέσα στους επόμενους μήνες θα μπορούσε να αιτηθεί άδεια και να βγει για περιορισμένο χρονικό διάστημα από τη φυλακή, εφόσον βέβαια έχει τηρήσει κάποιες βασικές προϋποθέσεις όπως να έχει δείξει καλή διαγωγή στη φυλακή, να μην θεωρείται επικίνδυνη για τέλεση νέων εγκλημάτων και να μην υπάρχει και ο κίνδυνος φυγής.
Η τελευταία φορά που είχε έρθει στην επικαιρότητα η «μαύρη χήρα» της Αργολίδας, ήταν πριν από τρία περίπου χρόνια όταν σε τηλεοπτική εκπομπή παρουσιάστηκε βίντεο από τη συμμετοχή της σε επίδειξη μόδας στις φυλακές Κορυδαλλού, κάνοντας πασαρέλα με εκκεντρικά σύνολα μαζί με άλλες συγκρατούμενές της.
Το χρονικό της υπόθεσης
Σεξ, απιστία, προδοσία και αίμα είναι τα χαρακτηριστικά της υπόθεσης που σόκαρε όχι μόνο την τοπική κοινωνία της επαρχιακής κωμόπολης της Πελοποννήσου, αλλά το πανελλήνιο. Η ιστορία ξεκινά στις 8 Δεκεμβρίου 2014, όταν ο 42χρονος ναυτικός Θανάσης Λάμπρου εντοπίζεται βαριά τραυματισμένος στην αυλή σπιτιού γνωστού του στην Κοιλάδα Αργολίδας. Δίπλα του βρίσκεται ένα περίστροφο. Η μεταφορά του στο Κέντρο Υγείας Κρανιδίου γίνεται άμεσα, όμως λίγη ώρα αργότερα αφήνει την τελευταία του πνοή. Οι πρώτες εκτιμήσεις των αρχών κάνουν λόγο για αυτοχειρία, αλλά ουδείς πίστεψε το αρχικό σενάριο που εξέτασε η αστυνομία, περί αυτοκτονίας του 42χρονου πλοιάρχου Αθανασίου Λάμπρου τον Δεκέμβριο του 2014.
Πώς θα μπορούσε να πυροβολήσει δύο φορές κατά του εαυτού του, τη μία φορά στο θώρακα και τη δεύτερη στο κεφάλι; Και γιατί να είχε αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή του, όταν όλοι οι κάτοικοι μιλούσαν για ένα χαμογελαστό και αισιόδοξο άνθρωπο, οικογενειάρχη και πατέρα ενός 10χρονου κοριτσιού; Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εικόνα του περιστατικού, δημιούργησε τεράστιες αμφιβολίες και στην τοπική κοινωνία. Στην Κοιλάδα, ο Θανάσης Λάμπρου δεν θεωρούνταν άνθρωπος που θα έδινε τέλος στη ζωή του. Αντιθέτως, περιγράφεται στις καταθέσεις συγγενών και φίλων ως δραστήριος, κοινωνικός, με αξιόλογη επαγγελματική πορεία και οικογενειάρχης. Η δυσπιστία μετατρέπεται γρήγορα σε πίεση προς τις αρχές για επανεξέταση της υπόθεσης. Καθοριστικό ρόλο παίζει η επιμονή της οικογένειάς του, με την αδελφή του να απευθύνεται ακόμη και στον τότε υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Γιάννη Πανούση, ζητώντας να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση.
Η αποστολή ειδικού κλιμακίου του Τμήματος ανθρωποκτονιών στην περιοχή σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας έρευνας. Οι αστυνομικοί αρχίζουν να συλλέγουν εκ νέου καταθέσεις και να επανεξετάζουν τα δεδομένα. Ανάμεσα στις πιο κρίσιμες καταθέσεις είναι εκείνη του κουμπάρου του ζευγαριού, ο οποίος περιγράφει με σαφήνεια όσα άκουσε το μεσημέρι της 8ης Δεκεμβρίου 2014. Έντονες φωνές, απειλές, γυναικεία κλάματα, ήχους πάλης και δύο πυροβολισμοί αποτελούν το ζουμί της κατάθεσης του, η οποία αποδυναμώνει πλήρως το σενάριο της αυτοχειρίας και ενισχύει το σενάριο της στυγερής δολοφονίας. Καταθέσεις ατόμων από το φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον δίνουν στις Αρχές την εικόνα της ζωής του ζευγαριού. Ένας γάμος που είχε ξεκινήσει με προσδοκίες, αλλά με τα χρόνια βυθίστηκε σε εντάσεις. Καβγάδες, ζήλια, υποψίες απιστίας και από τις δύο πλευρές, συνθέτουν μια σχέση πάθους που πνίγηκε στην καχυποψία, στο τυφλό μίσος και στο τέλος στο αίμα. Η Κοιλάδα Αργολίδας βοούσε για τις κακές σχέσεις που διατηρούσε το θύμα με τη σύζυγό του. Τους τελευταίους μήνες ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για απιστία, ενώ δεν έλειπαν και τα περιστατικά βίας.
Το μεσημέρι της μοιραίας ημέρας, ο Θανάσης Λάμπρου και η σύζυγός του βρίσκονται έξω από ένα σπίτι το οποίο οι ντόπιοι χαρακτήριζαν ως η «βίλα των οργίων» αφού στο συγκεκριμένο σπίτι, σύμφωνα πάντα με τις καταθέσεις κατοίκων της περιοχής, έβρισκαν καταφύγιο οι παράνομοι έρωτες της ευρύτερης περιοχής. Το ζευγάρι που βρίσκεται εκεί καυγαδίζει. Η ένταση κορυφώνεται μέχρι που δυο πυροβολισμοί παγώνουν τα βλέμματα του Θανάση και της Δήμητρας. Από τις 8 Δεκεμβρίου του 2014 μέχρι και τον Αύγουστο του 2015, οπότε και «έσπασε» και ομολόγησε έπειτα από κατάθεση 16 ωρών, κατηγορείται ότι έπαιζε ένα καλοστημένο θέατρο. Η πρόταση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ναυπλίου ήταν καταπέλτης για την Δήμητρα Βούλγαρη μιας και την περιγράφει ως «άτομο ψυχρό, εγωπαθές και φιλάργυρο, επέδειξε ιδιαίτερη σκληρότητα επιφέροντας το θάνατο του μόλις 42 ετών συζύγου της και πατέρα της μόλις δέκα ετών κόρη τους». Μάλιστα σύμφωνα με την δικογραφία, μετά τον πρώτο πυροβολισμό στο στήθος, ο οποίος κατά το πόρισμα της νεκροψίας δεν ήταν άμεσα θανατηφόρος, έδωσε τη χαριστική βολή στο κεφάλι.
Η υπόθεση οδηγείται στα δικαστήρια, όπου η Βούλγαρη καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη. Παρά την καταδίκη, οι αντιδράσεις δεν κοπάζουν. Συγγενείς του θύματος, αλλά και κάτοικοι της περιοχής, εκφράζουν την πεποίθηση ότι ενδέχεται να υπήρξε και άλλο πρόσωπο εμπλεκόμενο. Το ενδεχόμενο συνεργού δεν αποδείχθηκε δικαστικά, ωστόσο παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σκοτεινά σημεία του εγκλήματος. Οι γονείς του αδικοχαμένου Θανάση Λάμπρου έφυγαν από τη ζωή με το ερώτημα ποιος άλλος ήταν μαζί με τη φόνισσα του παιδιού τους. Η αδερφή του η οποία είχε στείλει επιστολή στον τότε υπουργό Προστασίας του Πολίτη ζει στην περιοχή, ενώ η κόρη του ζευγαριού έχει μεγαλώσει και δεν βρίσκεται στην Αργολίδα με τις πληροφορίες να αναφέρουν ότι σπουδάζει σε κάποιο αστικό κέντρο. Τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει, λένε οι έμπειροι αστυνομικοί. Και στην περίπτωση της «μαύρης χήρας» της Αργολίδας τα λάθη της ήταν ορατά και οι αντιφάσεις της πολλές.