Νέες καταγγελίες για τη δράση του γνωστού γκαλερίστα, εμπόρου έργων τέχνης και τηλεοπτικού δημοπράτη Γιώργου Τσαγκαράκη βλέπουν το φως της δημοσιότητας.
Ο κ. Τσαγκαράκης συνελήφθη την Παρασκευή -με αφορμή βίντεο που είχε ανεβάσει για τη δημοπρασία ενός Ιερού Ευαγγελίου- μαζί με μια υπάλληλό του και αναμένεται να απολογηθεί αύριο, Τρίτη.
Σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου, στην ΕΡΤ, «υπήρχαν ήδη καταγγελίες από τις 24 Φεβρουαρίου στην Ελληνική Αστυνομία, ανώνυμες και επώνυμες, σχετικά με τη δραστηριότητα του συγκεκριμένου οίκου, οι οποίες μιλούσαν για δημοπρασίες και αγοραπωλησίες πλαστών έργων τέχνης».
Σήμερα, θύματα του γνωστού γκαλερίστα περιέγραψαν περιπτώσεις στις οποίες, όπως υποστηρίζουν, άλλα είδαν να συμβαίνουν «στον αέρα» και άλλα τελικά τους ανακοινώθηκαν ως αποτέλεσμα της πώλησης.
«Είδα τα κοσμήματα να πωλούνται σε άλλη τιμή από αυτήν που τελικά μου είπαν»
Η κ. Μαρία Καψή, μιλώντας στην ΕΡΤ, ανέφερε ότι είχε παραδώσει δύο οικογενειακά κοσμήματα ως παρακαταθήκη σε κατάστημα στο Κολωνάκι, με σκοπό να δημοπρατηθούν μέσω τηλεοπτικής εκπομπής.
Όπως είπε, ο επιχειρηματίας τής έδωσε μια «τιμή ασφαλείας» και την ενημέρωσε πως τα αντικείμενα θα έβγαιναν σύντομα στον αέρα. Ωστόσο, στις δημοπρασίες είδε τα κοσμήματά της να ανεβαίνουν σε προσφορές, φτάνοντας σε ποσό υψηλότερο από την τιμή ασφαλείας που είχε συμφωνηθεί.
Όταν αργότερα αναζήτησε τα χρήματά της, ο Γιώργος Τσαγκαράκης τής είπε ότι ο πλειοδότης τελικά υπαναχώρησε και ότι το αντικείμενο διατέθηκε εκτός διαδικασίας, σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή, ουσιαστικά κοντά στην αρχική τιμή ασφαλείας.
Η ίδια υποστήριξε πως ουδέποτε ενημερώθηκε εγκαίρως ή ρωτήθηκε αν αποδέχεται μια τόσο χαμηλότερη πώληση και τόνισε ότι δεν γνώριζε τα στοιχεία του φερόμενου πλειοδότη, ούτε μπορούσε να διασταυρώσει σε ποια τιμή ολοκληρώθηκε τελικά η πώληση.
«Δέχθηκα πιέσεις από την επιχείρηση»
Για το δεύτερο κόσμημα, όπως ανέφερε, δεν εισέπραξε ποτέ το ποσό που περίμενε, ενώ όταν διαμαρτυρήθηκε βρέθηκε αντιμέτωπη με σκληρή -κατά την ίδια- συμπεριφορά και πιέσεις από συνεργάτες της επιχείρησης.
Η κ. Καψή υποστήριξε, επίσης, ότι είδε το ίδιο κόσμημα να εμφανίζεται ξανά σε δημοπρασία με διαφορετικό κωδικό, ακόμη και αφότου είχε υποτίθεται ήδη «πωληθεί», κάτι που, όπως λέει, ενισχύει τα ερωτήματα για τον τρόπο λειτουργίας της όλης διαδικασίας.
«Αδιαφανής η δημοπράτηση»
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος και συλλέκτης Γιώργος Γκαρίπης επισήμανε στο ERTnews πως το καθεστώς λειτουργίας τέτοιων τηλεοπτικών δημοπρασιών εμφανίζεται «νεφελώδες», ιδιαίτερα όταν πρόκειται για αντικείμενα που αφήνονται ως παρακαταθήκη από ιδιώτες.
Όπως εξήγησε, σε τέτοιες περιπτώσεις ο επιχειρηματίας λειτουργεί ουσιαστικά ως μεταπωλητής και έχει την υποχρέωση να αποδώσει το τίμημα στον ιδιοκτήτη, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Το βασικό πρόβλημα, κατά τον ίδιο, είναι η αδιαφάνεια της ίδιας της διαδικασίας, ιδίως όταν δεν μπορεί να αποδειχθεί εύκολα ποιος πλειοδότησε, αν ολοκληρώθηκε πράγματι η συναλλαγή και αν το τίμημα που εμφανίστηκε στον αέρα ανταποκρίνεται σε αυτό που τελικά εισπράχθηκε.
Ο κ. Γκαρίπης ανέφερε ότι έχουν γίνει σχετικές καταγγελίες στις Αρχές και τόνισε πως σε ορισμένες περιπτώσεις η δυσκολία διεκδίκησης ενισχύεται από το ότι αρκετές συναλλαγές, όπως ισχυρίστηκε, δεν συνοδεύονταν από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Στην ίδια συζήτηση έγινε αναφορά και στα έργα τέχνης που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, με τον κ. Γκαρίπη να σημειώνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται, όπως είπε, για εμφανώς πλαστά έργα.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το πρόβλημα των απομιμήσεων δεν είναι καινούργιο και ότι πρέπει να ερευνηθεί εις βάθος όχι μόνο η διακίνηση, αλλά και η προέλευση τέτοιων έργων. Όπως τόνισε, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να εντοπίζονται τα πλαστά, αλλά και να φτάνει η έρευνα στους δημιουργούς και στα κυκλώματα που τα παράγουν και τα διοχετεύουν στην αγορά.
Αρχαία ανεκτίμητης αξία και πλαστά έργα τέχνης στο σφυρί
Σε έφοδο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, την Παρασκευή 20 Μαρτίου, στην γκαλερί του Γιώργου Τσαγκαράκη στη Γλυφάδα, σε σπίτια και σε αυτοκίνητα βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- 321 έργα τέχνης (τα περισσότερα από τα οποία αποδείχθηκαν πλαστά)
- τέσσερις ξύλινες αρχαίες Ιερές εικόνες,
- Ιερό Ευαγγέλιο,
- τρεις αρχαίοι αμφορείς,
- οινοχόη και πίθος βυζαντινής περιόδου,
- 226.760 ευρώ,
- 32.607 δολάρια,
- περίστροφο,
- 45 φυσίγγια,
- τρεις μονάδες αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων,
- πλήθος εγγράφων