Αποκαλυπτική και ταυτόχρονα ανησυχητική είναι η εικόνα για το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η αγορά τέχνης στην Ελλάδα, με αφορμή την υπόθεση του Γιώργου Τσαγκαράκη.
Αυτό περιγράφει στο iefimerida, ο νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης Γιώργος Οικονομόπουλος.
«Μόνο τα δύο τελευταία χρόνια η Εθνική Πινακοθήκη έχει κληθεί από τις εισαγγελικές αρχές, να γνωματεύσει επί της γνησιότητας τουλάχιστον 2.800 πλαστών έργων ζωγραφικής», τονίζει, αποκαλύπτοντας ότι η πλαστογραφία δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο αλλά μια εκτεταμένη πραγματικότητα που διαβρώνει τον χώρο της τέχνης.
Σε αυτό το περιβάλλον, όπως εξηγεί, η δράση κυκλωμάτων είναι συστηματική και καλά οργανωμένη. «Οι έμποροι και διακινητές έργων τέχνης έχουν κατακλύσει την αγορά με πλαστή τέχνη εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και την ευπιστία των θυμάτων τους», σημειώνει, ενώ δεν παραλείπει να επισημάνει ότι η ανάπτυξη των διαδικτυακών πωλήσεων έχει λειτουργήσει ως καταλύτης, διευκολύνοντας τη διακίνηση απομιμήσεων με πρωτοφανή ταχύτητα.
Ακριβώς για να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο θεσπίστηκε ο νέος ειδικός νόμος, ο οποίος αλλάζει ριζικά το τοπίο. «Ο νόμος αυτός κρίθηκε ιδιαίτερα σημαντικός για να μπορέσει η χώρα μας να καταπολεμήσει αποτελεσματικά το ως άνω ταχέως αναπτυσσόμενο φαινόμενο. Η παρουσία απομιμήσεων μαστίζει την αγορά τέχνης, αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για τους καλλιτέχνες ή τους δικαιούχους τους και μόνιμη πληγή για την ιστορία της τέχνης λόγω της αλλοίωσης των δεδομένων της. Οι γενικές διατάξεις του ποινικού κώδικα που εφαρμόζονταν είχαν ελάχιστο αποτρεπτικό αποτέλεσμα, ελλιπές για την καταπολέμηση του φαινομένου της καλλιτεχνικής πλαστογραφίας και απάτης στο σύνολό του, που δεν επέτρεπε να κατανοηθεί η ποικιλομορφία των καλλιτεχνικών πλαστογραφιών, ούτε να κινηθούν διώξεις σε όλες τις περιπτώσεις υπό τις οποίες εντοπιζόταν η πλαστογραφία και απάτη», αναφέρει ο νομικός σύμβουλος. Όπως επισημαίνει ο κ. Οικονομόπουλος η υπόθεση Τσαγκαράκη που σήμερα απασχολεί τη Δικαιοσύνη αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμή του: «Το πρωτόγνωρο είναι ότι ο εν λόγω έμπορος είναι ο πρώτος ο οποίος παραπέμπεται, για διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής, έκθεσης, διακίνησης, διάθεσης, κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ’ εξακολούθηση κατ’ εφαρμογή του νέου ειδικού νόμου 5271/2026 για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας και απάτης επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, ο οποίος θεσπίστηκε μόλις πριν 2 περίπου μήνες».
Ο νόμος-τομή
Η τομή που φέρνει η νέα νομοθεσία είναι καθοριστική. Μέχρι πρόσφατα, για να κινηθεί ποινική διαδικασία, έπρεπε να αποδειχθεί ότι είχε προηγηθεί συναλλαγή και οικονομική ζημία. Σήμερα, το πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό. «Με το νέο νόμο το αδίκημα δεν εξαρτάται πλέον από την ταυτοποίηση μιας συναλλαγής ή ενός συμβατικού πλαισίου. Σήμερα, μπορεί οποιοσδήποτε να καταγγείλει φερόμενο ως πλαστό έργο και να κινηθεί ποινική δίωξη με μόνη την έκθεση, διακίνηση, διάθεση, κατοχή του έργου αρκεί να υπάρχει σκοπός παραπλάνησης», εξηγεί ο κ. Οικονομόπουλος και προσθέτει σχετικά με την υπόθεση Τσαγκαράκη ότι «η έννοια αυτή του «σκοπού παραπλάνησης» –ακόμη και σε επίπεδο ενδεχόμενου δόλου– είναι που καθιστά το νέο νόμο ιδιαίτερα αυστηρό. Δεν μπορεί να απαλλαγεί παρά μόνο αν αποδείξει ότι δεν ενήργησε με σκοπό παραπλάνησης, γεγονός εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένης της ιδιότητάς του ως εμπόρου. Δεν πρέπει να αγνοείται ότι αρκεί ακόμη και ενδεχόμενος δόλος για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του».
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρώτη αντίδραση της πλευράς του κατηγορουμένου αποδεικνύεται ενδεικτική της αλλαγής που έχει επέλθει. Η επίκληση ότι τα έργα αποτελούσαν προσωπική περιουσία, κληρονομιά από τον πατέρα του και όχι προς πώληση, δεν έχει πλέον νομικό βάρος. «Σε κάθε περίπτωση η ανακοίνωση των εκπροσωπούντων τον εν λόγω έμπορο στα διάφορα ΜΜΕ ότι τα 320 έργα που βρέθηκαν στην κατοχή του αποτελούσαν προσωπική περιουσία του, που είχε αποκτήσει από τον πατέρα του πριν σαράντα χρόνια και δεν είχε σκοπό να τα πωλήσει σε τρίτους δεν είχε κανένα έρεισμα στο νέο ειδικό νόμο και ορθώς έσπευσαν να ανακαλέσουν», σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Οικονομόπουλος.
Μέσα σε αυτό το νέο, αυστηρό πλαίσιο, η υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη αποκτά διαστάσεις που ξεπερνούν το προσωπικό της σκέλος και αγγίζουν συνολικά την αγορά τέχνης. Και όμως, όλα ξεκίνησαν με έναν τρόπο σχεδόν τυχαίο.
Όπως αποκάλυψε η εκπρόσωπος της Ελληνικής Αστυνομίας Κωνσταντία Δημογλίδου, η έρευνα άρχισε από μια ανώνυμη καταγγελία που αργότερα επιβεβαιώθηκε επώνυμα. «Κάποιος πολίτης επικοινώνησε ανώνυμα με την Αστυνομία και στη συνέχεια είχαμε και επώνυμη καταγγελία ότι ίσως κάποια από τα έργα που διαχειρίζεται και προωθεί ο άνθρωπος αυτός είναι πλαστά», ανέφερε, περιγράφοντας την αφετηρία μιας υπόθεσης που έμελλε να πάρει μεγάλες διαστάσεις.
Η κινητοποίηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος οδήγησε σε έρευνες, κατασχέσεις και τελικά στη σύλληψη του γκαλερίστα, ο οποίος οδηγήθηκε ενώπιον του ανακριτή μαζί με ακόμη ένα άτομο. «Οδηγήθηκε ήδη στον Ανακριτή μαζί με ένα ακόμη άτομο, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ώστε να κρυφτεί το Ευαγγέλιο», σημείωσε η κ. Δημογλίδου, αναφερόμενη σε ένα παλαιό θρησκευτικό κειμήλιο του 18ου αιώνα που βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας.
Τα ευρήματα των Αρχών ενίσχυσαν περαιτέρω τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Στην κατοχή του κατηγορουμένου εντοπίστηκαν εκατοντάδες έργα τέχνης, καθώς και μετρητά που ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ. Το πιο καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, προέκυψε από την πραγματογνωμοσύνη όπου 320 έργα κρίθηκαν πλαστά, ενώ για επτά ακόμη δεν κατέστη δυνατή ασφαλής εκτίμηση της γνησιότητάς τους. Όπως επισήμανε στο iefimerida ο κ. Οικονομόπουλος ακόμη και για τα εφτά έργα ζωγραφικής που είναι κυρίως του Τσαρούχη αλλά και άλλων δεν έχει διαπιστωθεί εάν είναι αυθεντικά και θα χρειαστεί πιο ενδελεχής έρευνα. «Δεν βρέθηκε ούτε ένα έργο που να μπορεί να πιστοποιηθεί ως αυθεντικό» καταλήγει ο νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης.
Παράλληλα, η έρευνα στρέφεται και σε ένα κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο το πώς βρέθηκαν όλα αυτά τα αντικείμενα στην κατοχή του. «Είναι κάτι που θα πρέπει να απαντήσει στις ανακριτικές Αρχές το πώς έφτασαν στην κατοχή του τα αρχαία αντικείμενα, καθώς και ποια ήταν η διαδικασία που ακολουθούνταν με τα πλαστά έργα τέχνης», υπογράμμισε η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ.
Σε βάρος του γκαλερίστα έχει ασκηθεί δίωξη για τέσσερα κακουργήματα και ένα πλημμέλημα, μεταξύ των οποίων η απάτη κατ’ εξακολούθηση, η υπεξαίρεση μνημείων μεγάλης αξίας και η διακεκριμένη διακίνηση και κατοχή πλαστών έργων τέχνης. Ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες και έχει ζητήσει προθεσμία για να απολογηθεί την ερχόμενη Τρίτη, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον στις εξηγήσεις που θα δώσει.
Η ουσία, ωστόσο, ξεπερνά το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει μια αγορά που για χρόνια λειτουργούσε σε «γκρίζες ζώνες», όπου η κατοχή πλαστών έργων δεν είχε πάντα συνέπειες, εφόσον δεν αποδεικνυόταν συναλλαγή. Αυτό ακριβώς έρχεται να αλλάξει ο νέος νόμος, μετατρέποντας την κατοχή σε κρίσιμο στοιχείο ποινικής ευθύνης.
Όπως επισημαίνει ο κ. Οικονομόπουλος, «υπό αυτή την έννοια ο νόμος λειτουργεί και προληπτικά, επιχειρώντας να ανακόψει τη διάδοση των απομιμήσεων πριν αυτές καταλήξουν στην αγορά. Το μήνυμα είναι σαφές: δεν αρκεί πλέον να μην πουλάς ένα πλαστό έργο αλλά η ίδια η κατοχή του, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με τη Δικαιοσύνη».
Η υπόθεση Τσαγκαράκη αποτελεί, σημείο καμπής για την ελληνική αγορά έργων τέχνης. Όχι μόνο γιατί αφορά έναν γνωστό επαγγελματία του χώρου, αλλά γιατί δοκιμάζει στην πράξη έναν νόμο που φιλοδοξεί να βάλει τάξη σε μια αγορά που για χρόνια κινούνταν ανάμεσα στο αυθεντικό και το ψεύτικο. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτή η προσπάθεια θα αποδώσει ή αν η πραγματικότητα θα αποδειχθεί πιο σύνθετη από το γράμμα του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν φαίνεται πλέον να είναι όπως πριν.