Βαθιά συγκίνηση προκαλεί η αφήγηση του ιστορικού φωτορεπόρτερ Αριστοτέλη Σαρρηκώστα για την εκτέλεση των 200 πατριωτών που εκτελέσθηκαν από τους ναζί στην Καισαριανή.
Πέρα από τα εμβληματικά ντοκουμέντα που κατέγραψε κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου για το Associated Press, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και σε μία από τις πιο αιματοβαμμένες στιγμές της Κατοχής, την Πρωτομαγιά του 1944.
Μιλώντας στην εκπομπή «Live News», ο κ. Σαρρηκώστας, με τη σεμνότητα που τον διακρίνει, ανακάλεσε μνήμες από την εποχή που ήταν μόλις 8 ή 9 ετών. Όπως περιέγραψε, η περίοδος της Κατοχής στην Αθήνα ήταν «τρομερή», με ανθρώπους να πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα και να θάβονται σε ομαδικούς τάφους στο κοιμητήριο της Καισαριανής.
Η μάχη για την επιβίωση
Ο ίδιος μεγάλωσε σε μια οικογένεια με έξι παιδιά, έχοντας χάσει τον πατέρα του το 1941. «Η μητέρα μου ήταν μητέρα και πατέρας μαζί. Προσπαθούσε να μας κρατήσει ζωντανούς, να δούμε το φως της επόμενης ημέρας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Καθοριστικό ρόλο στην επιβίωσή τους, όπως τόνισε, έπαιξε ο Ερυθρός Σταυρός, ο οποίος στο σχολείο του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Καισαριανή προσέφερε καθημερινά ένα ποτήρι γάλα και ένα πιάτο σούπα στα παιδιά της περιοχής. «Ψάχναμε με το μικροσκόπιο να βρούμε το φασόλι και τη φακή» είπε, περιγράφοντας τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής.
«Εκείνο που μας έσωσε, θα το πω με όλη μου την ειλικρίνεια, ήταν ο Ερυθρός Σταυρός, ο οποίος στο σχολείο του Ελευθέριου Βενιζέλου, ψηλά στη λεωφόρο της Καισαριανής, μας έδινε κάθε πρωινό που πηγαίναμε ένα ποτήρι γάλα, σκόνη γάλα, αλλά ήταν ένα ποτήρι γάλα. Και το μεσημέρι, ως επί το πλείστον, μας δίνανε σούπες και ψάχναμε με το μικροσκόπιο να βρούμε το φασόλι και τη φακή. Πηγαίναμε κάθε μέρα εκεί, μιας και δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Δουλειές δεν είχαμε, είχανε μόνο οι μαυραγορίτες, οι καταδότες».
Κάθε μέρα, μαζί με τα δύο ξαδέρφια του, ανέβαιναν τη λεωφόρο Καισαριανής για να φτάσουν στο σχολείο και να εξασφαλίσουν τα δύο αυτά γεύματα που τους κρατούσαν στη ζωή.
Η Πρωτομαγιά που χαράχτηκε στη μνήμη -«Ακούγαμε τραγούδια, τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο»
Την Πρωτομαγιά του 1944 ακολούθησαν την ίδια διαδρομή. Η περιοχή ήταν αποκλεισμένη από γερμανικά πολυβόλα, ωστόσο τα παιδιά τα άφηναν να περάσουν. Φτάνοντας στο σχολείο, ενημερώθηκαν από τους υπευθύνους του Ερυθρού Σταυρού ότι έπρεπε να επιστρέψουν αμέσως στα σπίτια τους, καθώς υπήρχε κίνδυνος επεισοδίων.
Κατηφορίζοντας προς το κέντρο της Καισαριανής, κοντά στην εκκλησία της Παναγίτσας, αντίκρισαν 7-8 καμιόνια σκεπασμένα.
«Ακούγαμε τραγούδια. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα τραγουδούσαν. Στα τελευταία καμιόνια τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο. Εμείς δεν ξέραμε ποιοι ήταν ούτε πού πήγαιναν. Εκείνοι όμως ήξεραν», αφηγήθηκε.
Τα καμιόνια κατευθύνονταν προς το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου οι 200 κρατούμενοι εκτελέστηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής ως αντίποινα.
«Πίσω από τα φορτηγά έσταζε αίμα»
Λίγες ώρες αργότερα, καθώς επέστρεφαν από το σχολείο, τα παιδιά είδαν τα ίδια καμιόνια να κατεβαίνουν προς το κέντρο της Αθήνας. Αυτή τη φορά δεν ακούγονταν τραγούδια.
«Πίσω από τα φορτηγά έσταζε αίμα. Έβλεπα σταγόνες στην άσφαλτο. Από όλα τα καμιόνια. Αυτό μου έκανε εντύπωση. Δεν είχαμε ακόμα συνειδητοποιήσει ότι αυτοί ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που είχαμε δει νωρίτερα», περιέγραψε.
Όταν διηγήθηκε το περιστατικό στη μητέρα του, εκείνη του είπε: «Αχ, παιδάκι μου, δεν έπρεπε να βλέπεις τέτοια πράγματα». Όπως σημείωσε, οι εικόνες αυτές χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη του.
«Η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτιέται»
Κλείνοντας τη συγκλονιστική του αφήγηση, ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας υπογράμμισε το μήνυμα που, όπως πιστεύει, άφησαν πίσω τους οι εκτελεσθέντες:
«Η ελευθερία δεν χαρίζεται. Η ελευθερία κατακτιέται. Δεν υπέκυψαν ούτε στα βασανιστήρια ούτε στον ίδιο τον θάνατο. Άφησαν τη ζωή τους με το κεφάλι ψηλά».